* ΠΕΡΙ ΕΤΕΡΟΤΗΤΑΣ – 5: ΓΕΝΝΗΜΕΝΟΙ ΓΙΑ Ν’ ΑΦΟΜΟΙΩΘΟΥΝ ; ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΒΛΑΧΟΥΣ / Amintaț trâ s-hibâ asimilaț ? Midueri trâ Vlachili / Armâńli

ΚΡΕΜ ΜΠΟΡΝΤΟΥΡΑ

Born to assimilate

NICK BALAMACI, “ΓΕΝΝΗΜΕΝΟΙ ΓΙΑ Ν’ ΑΦΟΜΟΙΩΘΟΥΝ ; ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΒΛΑΧΟΥΣ”

* * * * *
Γεννήθηκα στό Μπρόνξ τῆς Νέας ‘Υόρκης. Ὁ πατέρας μου ἦταν ἀπό τήν Ἀλβανία, ἡ μητέρα μου ἦταν ἀπό τήν Ἑλλάδα. Στό διαμέρισμά μας μιλούσαμε Βλαχικά∙ στό δρόμο μιλούσαμε Ἀγγλικά∙ καί στήν ἑκκλησία μιλούσαμε Ρουμανικά. Ὃταν οἱ γονεῖς μου ἢθελαν νά κρατήσουν ἓνα μυστικό μιλούσαν Ἑλληνικά ἢ Τουρκικά.

Ἀκούγεται σάν μιά συνταγή γιά κρίση ταυτότητας ;

Λοιπόν, τά παιδιά, εἶναι γνωστό, ὃτι δέν διαπραγματεύονται καλά μέ τήν ἀμφισημία. Ἐπί πλέον, θέλουν ἀπεγνωσμένα νά ἀνήκουν κάπου. Ἒτσι, ἐπέλεξα – ἀποφάσισα νά εἶμαι Ἀμερικανός, ν’ ἀκούω ρόκ-ἐν-ρόλ, νά παίζω μπέϊζμπωλ καί νά μιλῶ Ἀγγλικά.

Καί γιά τά ἑπόμενα 25 χρόνια ἢμουν τόσο Ἀμερικανός ὃσο μποροῦσα. Ὃταν ἡ μητέρα μοῦ μιλοῦσε Βλαχικά ‒καί π ά ν τ α μοῦ μιλοῦσε Βλαχικά‒, τῆς ἒλεγα στ’ Ἀγγλικά νά μή μοῦ μιλάει σ’ “αὐτήν τή γλώσσα”. Ὁ πηγαιμός στήν Ὀρθόδοξη Ρουμανική Ἑκκλησία ἦταν σάν ἐπίσκεψη σέ ἂλλον πλανήτη ‒ δέν εἶχα ἰδέα γιατί ἢμασταν ἐκεῖ, οἱ ἂνθρωποι δέν ἦταν καθόλου σάν ἐμᾶς, εἶχαν ἁπλῶς μιά γλώσσα πού ἀκουγόταν σάν τή δική μας, γιά κάποιον λόγο σκέφτονταν ὃτι ἡ δική τους ἦταν καλύτερη καί φαίνονταν νά διασκεδάζουν ὃταν, στά νεανικά μου χρόνια, μιλοῦσα Βλαχικά μέ τούς γονεῖς μου μπροστά τους. Ὃταν μεγάλωσα τόσο ὃσο χρειαζόταν γιά ν’ ἀντισταθῶ στήν ἐξουσία τῆς μητέρας μου, ἒβγαλα καί τήν ἑκκλησία ἀπό τή ζωή μου.

Ἢμουν τελείως Ἀμερικανός. Καί ἒμεινα ἒτσι μέχρι τόν θάνατο τοῦ πατέρα μου, στά 1977.

Γιατί μερικές φορές πρέπει νά χάσουμε κάτι, προκειμένου ν’ ἀναγνωρίσουμε τήν ἀξία του; Εἶχα πάρει τόν πατέρα μου καί τήν ἀπίστευτη κληρονομιά του ὡς δεδομένα: Γεννημένος μέσα στήν Ὀθωμανική Αὐτοκρατορία, στά 1922… ἒλαβε μόλις τρία χρόνια ἐκπαίδευσης… ἐπέζησε τῶν Βαλκανικῶν Πολέμων τοῦ 1912-13 καί τῆς χαοτικῆς, αἱματοβαμένης γένεσης τῆς Ἀλβανίας στά 1914… διέσχισε τόν ὡκεανό γιά νά ἒρθει στήν Ἀμερική στά 1916, ἀψηφῶντας γερμανικά ὑποβρύχια κι ἓναν κόσμο σέ πόλεμο… δούλεψε ἐπί δεκαετίες, μέρα καί νύχτα, σέ ἐστιατόρια καί μπάρ (καί σέ παράνομα νυχτερινά κέντρα διασκέδασης στή διάρκεια τῆς Ἀπαγόρευσης)… ἒζησε μέ ἂλλους ἐργένηδες Βλάχους σέ μικρά διαμερίσματα… ἒστειλε, ὡς μεγαλύτερος γιός, ὁλα τά λεφτά του στό Ἐξωτερικό, στήν ἀγωνιζόμενη οἰκογένειά του ‒ καί μετά, στήν ἠλικία τῶν 50 πῆγε πίσω στήν παλαιά του χώρα γιά νά βρεῖ μιά νύφη καί, τελικῶς, νά ἒχει μιά ζωή δική του.

Ἢμουν στήν ἀρχή τῶν 20 χρόνων ὃταν πέθανε καί ἂλλαξε τή ζωή μου μέ δύο ριζικούς τρόπους:

Πρῶτα, ἢμουν συγκλονισμένος ἀπό τόν τεράστιο ἀριθμό ἀνθρώπων πού ἦρθε νά ὑποβάλει τά σέβη του ‒ τὀ σπίτι δέν τούς χωροῦσε καί δέν νομίζω νά ἒχω δεῖ ποτέ μακρύτερη νεκρική πομπή. Συνειδητοποίησα ὃτι μπορεῖ νά ἦταν φτωχός καί ἀγράμματος, ἀλλά ἦταν ἓνας ἀληθινά καλός ἂνθρωπος, πού ἀγαπήθηκε ἀπό πολλούς ἀνθρώπους καί ἐκεῖ καί τότε ἀπεφάσισα ὃτι ἧταν ἡ καλίστη κληρονομιά πού θά μποροῦσε νά ἒχει κάποιος.

Ἡ δεύτερη ἀλλαγή τέθηκε σέ κίνηση λίγους μῆνες ἀργότερα, ὃταν ἒλαβα ἓνα γράμμα ἀπό τόν ἐξάδερφό μου Bob Nicola, πού ὑπηρέτησε μέ τόν πατέρα μου στό Συμβούλιο τοῦ Society Farsarotul / Συλλόγου Φαρσαριωτῶν (σ.τ.μ.: Φαρσαριῶτες ἢ Ρεμένοι ἢ Ἀρβανιτόβλαχοι ‒ οἱ Βλάχοι τῆς Ἀλβανίας), τόν παλαιότερο καί μεγαλύτερο βλἀχικο σύλλογο στήν Ἀμερική. Στό γράμμα του, ό Bob περιέγραφε πόσα πολλά πράγματα σήμαινε γιά τόν πατέρα μου ὁ Σύλλογος, καθώς ἐπίσης καί τόν ἀξιοσημείωτο ρόλο πού αὐτός εἶχε παίξει γιά τήν ἐπιβίωση καί τήν ἐπιτυχία του. Αὐτό μέ ὁδήγησε στό ν’ ἀποφασίσω, ὡς φόρο τιμῆς πρός τόν πατέρα μου, ὂχι μόνο νά μετάσχω στόν Σύλλογο Φαρσαριωτῶν ἀλλά, ἐπίσης, νά ἀναλάβω τόν μακροπρόθεσμο ρόλο τοῦ πατέρα μου στό Συμβούλιο ὡς Γραμματέας.

Ἀλλά ἲσως πιό σημαντικά ἀπό τό γράμμα ἦταν τά δύο βιβλία πού ὁ Bob ἒστειλε σ’ ἐμένα: τό “Nomads of the Balcans” / “Νομάδες τῶν Βαλκανίων”, τῶν Alan Wace and Maurice Thomson (1913) καί τό “Macedonia: Its Races and their Future” / “Μακεδονία: Οἱ φυλές της καί τό Μέλλον τους”, τοῦ Henry Noel Brailsford (1906).

Ποτέ πρίν δέν εἶχα διαβάσει μιά ἀμερόληπτη λέξη γιά τούς Βλάχους. Εἶχα ἀποδεχτεῖ τήν ἱστορία μέ τήν ὁποία εἶχα μεγαλώσει: ὃτι εἲμαστε Ρουμάνοι πού, ἁπλῶς, συνέβει νά μήν ἒρθουμε ἀπό τή Ρουμανία. Ἢμουν ἐντελῶς γοητευμένος νά ἀνακαλύπτω ὃτι ἡ φρόνηση πού εἶχα δεχθεῖ δέν ἦταν ἀληθινή.

Αὐτά τά δύο βιβλία ἦταν, γιά μένα, κάτι συγγενές μέ μιά σύντηξη ἀτόμων μέσα στό μυαλό μου ‒ ἀπελευθέρωσσν μέσα μου μιά ἀσυνήθιστη ἐνέργεια, ἓναν πόθο νά μάθω, πού παραμένει μέσα μου μέχρι σήμερα, 36 χρόνια μετά. Σχεδόν κάθε σελίδα πού γύριζα προκαλοῦσε σκάλες γιά νά πέσω από τά μάτια μου.

Πρώτη καταπληκτική ἀνακάλυψη: Σχεδον ἓναν αἰώνα πρίν, ἐγγράμματοι Ἂγγλοι εἶχαν αἰσθανθεῖ ὃτι οἱ ἂνθρωποί μου ἦταν ἀρκούντως σημαντικοί γιά νά γράψουν βιβλία γι’ αὐτούς. Συνόψισαν τήν ἱστορία τῶν Βλάχων μέχρι τότε, ἀναφέροντας ἀκόμα καί τά χωριά καταγωγῆς τοῦ πατέρα μου καί τῆς μητέρας μου. Ἒθεσαν, ἐπίσης, μαζί μιά στοιχειώδη Γραμματική κι ἓνα στοιχειῶδες λεξικό πού περιέγραφαν ἀκριβῶς τή γλώσσα πού μιλοῦσα μεγαλώνοντας.

Δεύτερη καταπληκτική ἀνακάλυψη: Δέν ἢμουν Ρουμάνος ‒ ἢμουν Βλάχος, μιά λέξη πού ποτέ πρίν δέν εἶχα ἀκούσει στή ζωή μου ! Ἒμαθα ὃτι στόν 19ο αἰώνα, ὁ ἀναδυόμενος στά Βαλκάνια ἐθνικισμός εἶχε ὁδηγήσει τούς Βλάχους, πού ἦταν πολλοί λίγοι καί σκορπισμένοι γιά νά δημιουργήσουν τό δικό τους κράτος, νά ψάξουν τό καταφύγιο τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἂλλης ἐθνικῆς ταυτότητας, μέ τούς Ἓλληνες καί τούς Ρουμάνους τούς βασικούς ἀνταγωνιστές γιά τίς ψυχές μας. Οἱ περισσότεροι εἶχαν ἐπιλέξει τήν Ἑλλάδα, ἀλλά μιά μειονότητα τάχθηκε μέ τή Ρουμανία, πού κατέληξε ἂσχημα γι’ αὐτούς καί ὁδήγησε σέ μιά παγκόσμια μετανάστευση πού περιέλαβε τόν πατέρα μου καί πολλούς συγγενεῖς.

Τό γεγονός ὃτι εἶχα ἐπιθυμήσει αὐτά τά γεγονότα γιά τούς ἀνθρώπους μου καί τήν ἱστορία μου, ἂν καί ἦταν καθισμένα στά ράφια βιβλιοθηκῶν τοῦ κόσμου γιά τό μεγαλύτερο μέρος τοῦ αἰώνα, μοῦ προκάλεσε ἓναν βαθύ πόθο γιά μιά πιό ὁλοκληρωμένη ἂποψη. Ἢθελα νά κατανοήσω ἀκριβῶς πῶς ὀ κόσμος εἶχε καταλήξει ὃπως ἦταν στήν ἐποχή μου, ἒτσι ἀπεφάσισα νά πάω στό κολλέγιο καί νά τό ἀνακαλύψω.

Τί ἀπίστευτη μεταμόρφωση: Γιά μένα, εἰρωνικά, δέν ὁδήγησε μόνο τή ζωή τοῦ πατέρα μου σέ καλά πράγματα, ἀλλά καί τόν θάνατο του.

Στό κολλέγιο ἒγραψα μερικά πράγματα γιά τούς Βλάχους, ἀλλά ἢθελα νά μοιραστῶ μέ φίλους, μέ τήν οἰκογένεια καί ἂλλα ἐνδιαφερόμενα μέρη ἒξω ἀπό τόν ἀκαδημαϊκό κόσμο τή γνώση πού εἶχα ἀνακαλύψει – ἢμουν ἀρκούντως σκασμένος ἀπό τόν πόθο νά ὁδηγήσω ἂλλους στίς ἀλήθειες πού εἶχα ἀνακαλύψει. Ἀπολάμβανα πάντα τό γράψιμο, ἒτσι ἂρχισα νά γράφω καί νά ἐπιμελοῦμαι τό Δελτίο τοῦ Συλλόγου Φαρσαριωτῶν, πού ἐκδιδόταν περισσότερα ἀπό 20 χρόνια. Ἂρχισα, ἐπίσης, νά γράφω γιά ἂλλα ἒντυπα πού ἐνδιαφέρονταν γιά τούς Βλάχους.

Μακράν ὃλων τό σημαντικότερο αὐτῶν ἦταν “Ὁ ἙλληνοΑμερικανός”, μιά ἑβδομαδιαία ἀγγλόφωνη ἒκδοση πού, κάτω ἀπό τήν ἀρχισυνταξία καί τήν ἐκδοτική διεύθυνση τῶν Peter Papas καί Fannie Petallidis ἀντιστοίχως, εἶχε γίνει, πολύ περισσότερο ἀπό μιά πηγή συνηθισμένων ἐθνικῶν εἰδήσεων, μιά δυναμική, ἐπινοητική, ἐνεργός συμμετοχή στόν διάλογο πού εἶχε περιγράψει καί ὁρίσει ὂλες τίς πλευρές τῆς ἀμερικανικῆς ἐμπειρίας. “Ὁ ἙλληνοΑμερικανός” ἒφερε μιά καλά καθορισμένη ὀπτική γωνία, πού δέν ἦταν μόνο πρόθυμη νά πάει “Κόντρα στό Ρεῦμα”, μιά στήλη γιά πολλά ἀπό τά δοκίμια τοῦ Peter, ἀλλά φαινόταν ἀποφασισμένη νά τό κάνει. Γιά τά λίγα χρόνια πού συνέπεσαν μέ τήν ὑποψηφιότητα τοῦ Μάϊκλ Δουκάκη, τοῦ πρώτου ἙλληνοΑμερικανοῦ ὑποψηφίου γιά τήν προεδρία τῶν Ἠνωμένων Πολιτειῶν –ἡ μητέρα Εὐτέρπη τοῦ ὁποίου εἶχε βλαχική καταγωγή–, “Ὁ Ἐλληνο-Αμερικανός” ἒλεγε ἂφοβα τήν ἀλήθεια πρός κάθε μυθολογία πού ἒπεφτε στήν ἀντίληψή του – ἀπό τά δόγματα τοῦ ἀκροδεξιοῦ ἀμερικανικοῦ ἐξτρεμισμοῦ μέχρι τίς ἀκρογωνιαίες πεποιθήσεις τοῦ σκληροπυρηνικοῦ ἑλληνικοῦ ἐθνικισμοῦ.

Εἶχα τό προνόμιο νά παίζω ἓναν μικρό ρόλο σ’ αὐτήν τήν περιοχή τῆς πολιτικῆς ἐξέλιξης καί τῆς διανοητικῆς ζύμωσης. Καί δέν θά ξεχάσω ποτέ τήν ἀπίστευτη εὐκαιρία πού ὁ Peter καί ἡ Fannie ἒδωσαν σ’ ἐμένα. Ἒγραψα ἂρθρα γιά τούς Βλάχους – ἓνα θέμα-taboo στόν ἑλληνικό τῦπο προηγουμένως∙ γιά τήν Ὁρθοδοξία στήν Ἀμερική∙ γιά τήν προεκλογική ἐκστρατεία τοῦ Δουκάκη, καί ἡ δουλειά πού ἒκανα τότε πάνω σ’ αὐτά τά τρία θέματα ἂνοιξαν πόρτες πού ποτέ δέν εἶχα φανταστεῖ ὃτι θά περνοῦσα.

Τά ἂρθρα γιά τούς Βλάχους εἶναι ἡ βάση αὐτοῦ τοῦ τόμου. Μαζί μέ ἂρθρα πού ἒγραψα γιά ἂλλες ἐκδόσεις καί οἱ νέοι συντάκτες καί οἱ νέες ὀπτικές γωνίες, γιά τίς ὁποῖες τό “Δελτίο τοῦ Συλλόγου Φαρσαριωτῶν” τελικῶς προμήθευσε μιά διέξοδο, τά ἂρθρα στόν “ἙλληνοΑμερικανό” βοήθησαν στή δημιουργία μιᾶς κοινότητας ἀνθρώπων πού κατενόησε ὃτι οἱ Βλάχοι δέν ἦταν οὒτε Ρουμάνοι, οὒτε Ἓλληνες, ἀλλά μᾶλλον ἁπλῶς Βλάχοι πού, διά μέσου τῶν αἰώνων ἒχουν ἐπιλέξει νά εἶναι Ἓλληνες, Ρουμάνοι, Ἀλβανοί, Βούλγαροι, Σέρβοι, Μακεδόνες καί Τοῦρκοι – ἀκριβῶς ὃπως οἱ Βλάχοι τῆς δικῆς μου γενιᾶς στίς Ἠνωμένες Πολιτεῖες εἶχαν ἐπιλέξει νά εἶναι Ἀμερικανοί. Αὐτή ἡ δουλειά συνεχίζεται. Τά γραπτά μου πάνω στούς Βλάχους ὁδήγησαν σέ πολλά ἂλλα θαυμάσια πράγματα: Συνάντησα καί ἀνέπτυξα μιά διαρκή φιλία καί συνεργασία μέ τόν Tom Winnifrith, ἓναν Ἂγγλο λόγιο πού στά 1987 ἐξέδωσε τό πρῶτο μεῖζον ἀγγλόφωνο βιβλίο πάνω στούς Βλάχους μετά ἀπό σχεδόν τρία τέταρτα τοῦ αἰώνα ἀπό τό βιβλίο τῶν Wace καί Thompson. Ἢμουν στήν Ἀλβανία, στήν ἀρχή τοῦ 1992, γιά τήν πρώτη συνάντηση μέ τούς Βλάχους ἐκείνης τῆς χώρας, μετά τήν πτώση τοῦ σκληροπυρηνικοῦ κομμουνιστικοῦ καθεστῶτος καί γύρισα, ἓναν χρόνο ἀργότερα, μέ ἓνα σχέδιο χορηγημένο ἀπό τό Ἲδρυμα Σόρος γιά νά βοηθήσω τόν πρόεδρο Σαλί Μπερίσα νά ἐδραιώσει ἓνα δυτικοῦ στύλ γραφεῖο Τύπου. Ἒγινα ἐπίσης τό πρωταρχικό σημεῖο ἀναφορᾶς στόν ἀγγλόφωνο κὀσμο γιά καθέναν πού ἒψαχνε πληροφορίες γιά τούς Βλάχους καί αὐτό, κατ’ ἐπιστροφήν, ἒχει ὁδηγήσει σέ γοητευτικές ἀλληλογραφίες δεκαετιῶν καί ἀρκετές φιλίες ζωῆς.

Τά ἂρθρα μου γιά τήν Ὀρθοδοξία στόν “ἙλληνοΑμερικανό” ὁδήγησαν σέ μακριά καί παραγωγική συνεργασία μέ τόν καλό φίλο μου Πατέρα Alex Karloutsos, ἡ ὁποία παρήγαγε ὁμιλίες, ἂρθρα αἰχμῆς (Op-Ed pieces), δοκίμια καί ἂλλη δουλειά πρός ὑποστήριξη μιᾶς περισσότερο περιεκτικῆς καί οἰκουμενικῆς Ὀρθοδοξίας καί στίς Ἠνωμένες Πολιτεῖες καί -διαμέσου τῆς Ἀγιότητας τοῦ Οίκουμενικοῦ Πατριάρχη τῆς Ὀρθόδοξης Ἑκκλησίας Βαρθολομαίου Ι, μέ τόν ὁποῖο εἶχα, ἐπίσης, τήν καλή τύχη νά συνεργαστῶ-, σέ ὃλον τόν Κόσμο. Κι αὐτή ἡ δουλειά συνεχίζει νά εἶναι ἓνα σημαντικό μέρος τῆς ζωῆς μου.

Τελικῶς, τά ἂρθρα μου στόν “ἙλληνοΑμερικανό” γιά τήν πολιτική ἰδιαιτέρως ἐκεῖνα γιά τήν προεκλογική ἐκτρατεία τοῦ Δουκάκη, ἂνοιξαν, ἐπίσης, πόρτες πού ποτέ δέν προέβλεψα. Τά περισσότερα ἀπό αὐτά τά ἂρθρα γράφηκαν ἐνῶ ἢμουν νιόπαντρος ἀπόφοιτος Πανεπιστημίου πού ἐργαζόταν γιά τό διδακτορικό του πάνω στήν Εὐρωπαϊκή Ἱστορία. Μετά ἀπό ἀρκετά χρόνια διεπίστωσα ὃτι δέν ἀπολάμβανα τόν ἀκαδημαϊκό κόσμο καί λαχταροῦσα νά γυρίσω πίσω στή ροή τῶν γεγονότων τοῦ πραγματικοῦ κόσμου. Ἒτσι πρότεινα στή σύζυγό μου Caryn νά προσπαθήσουμε ν’ ἀποκτήσουμε ἓνα παιδί καί ἐάν δέν πετύχουμε, θά συνέχιζα τό πρόγραμμα γιά τό διδακτορικό. Ἀλλά ἐάν πετύχουμε, θά ἐγκαταλείψω τήν ἀκαδημία καί τό διδακτορικό μου καί θά πιάσω μιά ὀχτάωρη δουλειά.

Caryn ἒμεινε, σχεδόν ἀμέσως, ἒγκυος στήν κόρη μας Julie, ἂρχισα νά ψάχνω γιά δουλειά καί ἡ πρώτη γιά τήν ὁποία ἂκουσα ἦταν μιά ἐλάσσων θέση γραφιά στό γραφεῖο τοῦ Προέδρου τῆς Περιφέρειας Μανχάταν David N. Dinkins. Συνέβη ὁ Dinkins νά ἒχει ὑποστηρίξει σθεναρά τήν ὑποψηφιότητα τοῦ Δουκάκη καί τά περισσότερα ἀποκόμματα ἐφημερίδων πού ἢμουν ἱκανός νά παράξω γιά τήν προεκλογική ἐκστρατεία τοῦ Δουκάκη ἒδειξαν ὃτι εἶχα γραπώσει τήν πολιτική καί μποροῦσα νά γράψω γι’ αὐτήν. Μοῦ προσέφεραν μιά θέση πού θά μποροῦσε νά ἐκτοξεύσει μιά καριέρα γιά μένα – πρῶτα ὡς γραφιά καί λογοφραφιά τοῦ Dinkins ὡς Προέδρου τῆς Περιφέρειας Μανχάταν καί, ἀργότερα, ὡς Δημάρχου τῆς Νέας Ὑόρκης ἒπειτα ὡς λογογραφιά καί Εἰδικοῦ Βοηθοῦ τοῦ Προέδρου Κεφαλαιαγορᾶς τῶν Ἠνωμένων Πολιτειῶν Arthur Levitt, στήν κυβέρνηση Μπίλ Κλίντον – θέσεις ἀκολουθούμενες ἀπό ἀρκετές γοητευτικές καί ἀμοιβόμενες δουλειές στόν χῶρο τῆς ἐπικοινωνίας τοῦ ἰδιωτικοῦ τομέα.

Κι ἒτσι ξαναγυρίζω πάλι πίσω στό γεγονός ὃτι ὃσα ὁ πατέρας μοῦ ἒδωσε στή ζωή του, μοῦ ἒδωσε καί μέ τόν θάνατό του. Μέ ἒθεσε σέ μιά τροχιά ζωῆς πού ποτέ δέν φαντάστηκα ὃτι θά μποροῦσα νά ἒχω. Εἶμαι εὐγνώμων στόν πατέρα καί στή μητέρα μου (τό θέμα ἓνος ἂλλου βιβλίου, ἐλπίζω) σέ ὃλους ἐκείνους πού μοῦ ἒδωσαν ἐλπίδα καί εὐκαιρίες στή ζωή μου – ἀναρίθμητοι γιά νά τούς ἀναφέρω καί στόν Alexandru Gica, ἒναν λαμπερό νέο Βλάχο ἀπό τή Ρουμανία, πού πρῶτος πρότεινε αὐτό τό βιβλίο. Τέλος, ἀλλά ὂχι τελευταίους, εὐχαριστῶ τήν Caryn, τή Julie καί τόν Andrew πού μοιράστηκαν αὐτό τό ταξίδι μαζί μου καί τό ἒκαναν γλυκύτερο ἀπ’ ὃ,τι μπορῶ νά ἐκφράσω μέ λέξεις.

Nick Balamaci
March 24, 2013
Μετάφραση στήν Ἑλληνική: Κωνσταντῖνος Θεμελῆς

ΚΡΕΜ ΜΠΟΡΝΤΟΥΡΑ

Advertisements

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google+. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...