* ΕΠΙΚΗΔΕΙΟΣ ΓΙΑ ΕΝΑΝ ΑΝΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΤΟ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟ ΒΙΒΛΙΩΝ – ΕΡΓΩΝ ΤΕΧΝΗΣ

ΚΡΕΜ ΜΠΟΡΝΤΟΥΡΑ

Ὃλοι οἱ φίλοι μιᾶς παλαιᾶς παρέας ἐκτιμούσαμε ὃτι ὁ Ἲλιτς εἶναι ἀθάνατος: θά πεθάνουμε ὃλοι – ἐκτός ἀπό αὐτόν! Ἀλλά ἡ ζωή ξεκαρδίζεται στά γέλια ὃταν ἀκούει τέτοιες ἐκτιμήσεις. Ὁ Ἲλιτς πέθανε πρίν ἀπό μᾶς – σάν τό σκυλί στ’ ἀμπέλι. Τόν κηδέψαμε πολιτκά στόν νεκροταφεῖο τῆς Ἠλιούπολης. Ὁ Στάντης Ἀποστολίδης μίλησε -ἀντί γιά τόν πεθαμένο Ρένο-, γιά τόν κορυφαίο καλλιτέχνη. Ἐγώ διάβασα ἓνα σύντομο γραπτό τοῦ Ἲλιτς, πού εἶχε γράψει ἓναν μῆνα πρίν πεθάνει, καί τό ἲδιο γραπτό ἀκούστηκε μελοποιημένο ἀπό φίλους του.
Μετά τήν ταφή, ζήτησα ἀπό τόν Στάντη Ἀποστολίδη νά γράψει ὃσα εἶπε καί νά μοῦ στείλει τό κείμενο γιά δημοσίευση. Τό ἒστειλε χθές βράδυ.

ΚΡΕΜ ΜΠΟΡΝΤΟΥΡΑ

Ἓνα κείμενο γιά τόν Ἲλιτς…

Δὲν ὑπάρχει γονιμώτερη σχέση ἀπὸ κείνην τοῦ συγγραφέα μὲ τὸν τυπογράφο του… Ἴσως νάν’ ὅμοια μὲ τοῦ ζωγράφου καὶ τοῦ χρωματοπώλη του, ἢ τοῦ δεξιοτέχνη μὲ τὸν κουρντιστὴ τοῦ ὀργάνου του πρὶν ἀπὸ κάθε παράσταση. Καμμιὰ δημιουργία δὲν μπορεῖ νὰ πάρῃ τὴν τελειωτική της μορφὴ δίχως τὴ σύμπραξη, τὴν οὐσιαστικώτατη συνεισφορὰ τοῦ «ἐνδιάμεσου», τοῦ ὀργάνου δι’ οὗ θὰ φτάσῃ στ’ ἀφτιὰ καὶ τὰ μάτια τοῦ κοινοῦ. Καὶ σὰ γιὸς τοῦ Ρένου, ποὺ ἀπὸ χρόνια δὲ ζεῖ, τώρα πού ‘φυγε κι ὁ τυπογράφος «του», καλύτερα ὁ «στοιχειοθέτης» του γιὰ περισσότερα ἀπὸ 20 χρόνια, ὁ Ἴλιτς, ἢ κατὰ κόσμον: Παναγιώτης Ἑλληνικάκης, ὀφείλω ‘γὼ νὰ γράψω τὴ μαρτυρία:

Ἀπ’ τὸ 1980 ἴσαμε τὸ 2000 (ὅταν ἀπροσδιόνυσοι πιὰ ἐκδότες, γιὰ λόγους φτήνειας, τὸν ἀνάγκασαν νὰ χρησιμοποιῇ τοὺς δικούς τους ξυλοσχίστες –ὄχι πραγματικούς τυπογράφους–, ἄσχετους μὲ τὸ πραγματικὸ ἐπάγγελμα ὑπαλλήλους διαφόρων «ἀτελιέ γραφικῶν τεχνῶν», ὁ Ρένος εἶχε ἀποκλειστικά, κ’ ἐπέβαλλε πάντα σ’ ὅλα τὰ ἔντυπα μὲ τὰ ὁποία συνεργαζόταν τὸν προσωπικό του στοιχειοθέτη, τὸν Ἴλιτς. Κανέναν δὲν ἐμπιστεύονταν, κανέναν ἄλλον δὲν ἤθελε νὰ «ἐκπαιδεύσῃ» ὅπως ἔλεγε, κανενὸς δὲν εἶχε ὑπομονὴ ν’ ἀνέχεται τὶς χοντράδες καὶ τὶς τσαπατσουλιὲς πάνω στὴ δουλειά, παρὰ ἤθελε τον Παναγιώτη, πούξερε τὰ χούγια του, ἤξερε πῶς τὸ περίμενε τὸ κάθε κείμενο του, μὲ ποιά διάστιχα, ποιές γραμματοσειρές, ποιό δίγραμμο πάνω-πάνω στὴ σελίδα, ποιές οἱ ἐπιτρεπτὲς ἀραιώσεις καὶ πυκνώσεις, μὲ ποιούς τίτλους κ’ ὑπέρτιτλους κ’ ὑπότιτλους, ὥστε ὁ λόγος του νὰ λέῃ α ὐ τ ὸ πού ‘θελε καὶ μόνο αὐτό! Τίποτε περισσότερο καὶ τίποτε λιγώτερο! Εἴτε μελέτη γιὰ τὸν Ἡράκλειτο ἦταν, εἴτε κριτικὴ φλογερή, εἴτε διήγημα, εἴτε λίβελλος – α ὐ τ ό! Ἔτσι παρουσιασμένο, σὰ νὰ βγαίνῃ ἀκριβῶς ἀπ’ τὰ χείλια τοῦ Ρένου. Κι ὁ ἄλλος τά ‘ξερε ὅλα. Καὶ τὰ πιὸ μπελαλίδικα, καὶ τὰ ἐκτελοῦσε μὲ τὴν μέγιστη ἀφοσίωση κ’ ἐναντίον τοῦ ἰδίου συμφέροντος ἀκόμα, καὶ τῆς ὥρας του, καὶ τῆς βολῆς του, καὶ τῶν χρημάτων του, λές κ’ ἤθελε κ’ ἐκεῖνος τὸ πιὸ τέλειο δυνατὸν νὰ τοῦ τὸ πρωτοπαρουσιάσῃ, νὰ νιώσῃ ὁ συγγραφέας κείνη τὴ βουβὴ ἀνάσα ἀγαλλίασης μέσα του: «Ναί, ἔτσι πράγματι ὠνειρεύομουν νὰ τὸ δῶ ἀξιωμένο τὸ κείμενό μου»… Καὶ τὸ φρόντιζε πρὶν ἀπὸ κεῖνον ὁ Ἴλιτς. Ὁπότε: μόνο αὐτόν! «Βρέ, ἀκριβός!..» — «Αὐτόν, εἰδαλλιῶς δὲν ἔχετε ἀπὸ μένα κείμενο!» «Μά, ἀργεῖ κ’ ἐμεῖς βιαζόμαστε!» –«Αὐτόν ἢ τίποτε, στὸ ἄλλο τεῦχος βάλτε το, ἢ ποτέ! Μή μὲ σκοτίζετε!» Αὐτὲς οἱ συνήθεις ἀπαντήσεις στούς «ἄλλους», ἐπὶ μιὰ εἰκοσαετία…

Θὰ περιμένατε πὼς μὲ τὸν Ἴλιτς ἦταν ὅλα μέλι-γάλα; Κάθε ἄλλο! Ἄλλοτε ἴσαμε τὸ ξημέρωμα συζητήσεις ποὺ ἄρχιζαν ἀπ’ ἀφορμὴ μιὰ λέξη, μιὰ πρόταση ἢ μιὰ ἔννοια κι ἄλλοτε φωνὲς καὶ θυμοί: «ὄχι δὲν τό ’κανες ὅπως γράφω», «ὄχι τέτοιες διαστηματίσεις σὲ μένα!», χιλιάδες σελίδες δοκιμίων ποὺ πηγαινόρχονταν κατασημειωμένες κι ἀφοῦ γεννοῦσαν δυσφορία ἀπ’ τὴ μιά, θὰ γεννοῦσαν ἄλλη τόση ἀγανάκτηση ἀπ’ τὴν ἄλλη μεριά – καὶ μαζὶ ἀνυπόκριτη ἐκτίμηση γιὰ κεῖνον ποὺ παιδεύει μὰ ξέρει, ξέρει τί θέλει καὶ τί περιμένει…

«Στοιχειοθέτες δὲν ὑπάρχουν πιά» λέν κάποιοι ἀστόχαστοι, «πέθανε ἡ τέχνη», δὲν εἶναι σὰν τὴ παλιὰ στοιχειοθεσία ἡ φωτοσύνθεση καὶ τὸ κομπιοῦτερ μετά… Κι ὁ Ρένος, ὅπως ἔλεγε στοὺς παλιοὺς ὅτι «τὰ μέταλλα (τῶν τυπογραφικῶν στοιχείων) εἶναι λάστιχα», κ’ ἐννοοῦσε ὅτι ὅλα μπορεῖ νὰ τὰ καταφέρῃ ὁ ἰκανὸς τεχνίτης τῆς παλιᾶς σχολῆς, ἔτσι δὲ θεώρησε ποτὲ πὼς ἡ φωτοσύνθεση «λύνει», τάχα, ὡς διὰ μαγείας τὰ αἰώνια προβλήματα τῶν κεντρώσεων ἢ τῶν διαστηματίσεων, τῶν πυκνώσεων καὶ ἀραιώσεων τῶν γραμμάτων, ἀλλὰ γύρευε παντοῦ καὶ πάντα τὴν ἀνθρώπινη ἐπέμβαση στὸ μηχάνημα. Γύρευε τό «χειροκίνητο» στὶς ὁλαυτόματες κι ὁλομήχανες ρυθμίσεις, τὸ ἄνισο στὶς ἀπολύτως ἴσες διαστηματίσεις τῶν γραμματοσειρῶν, τὸ ταίριασμα στὸ σχῆμα κάθε γράμματος καὶ τὸ ἁρμονικὸ συνταίριασμα μὲ τὸ διπλανό του, κ’ οἱ ἀπόστροφοι νὰ μὴ φεύγουν μακριὰ ἀπ’ τὰ γράμματα, καὶ τὰ πνεύματα νὰ βγαίνουν ἔξω ἀπ’ τὴν κατακόρυφο τοῦ κειμένου καί, καί, καί… Τίποτε τὸ αὐτόματο στὶς ὑπεραυτόματες δυνατότητες τῶν ἠλίθιων μηχανημάτων, ἀνασταίνοντας παντοῦ καὶ πάντα τὴν Τέχνη μές ἀπ’ ὁποιαδήποτε τεχνική. Κι ὁ ἄλλος ὑπάκουε, καὶ παιδευόταν, καὶ ἔψαχνε, καὶ πειραματιζόταν … Κι ὅλο ξανασημειωνε ὁ Ρένος γραμμὲς ὑποδεικτικές, κι ὁ ἄλλος ὅλο διώρθωνε μὲ ἰώβειο ὑπομονή, κι ὅλο ξανάστελνε…

Αὐτὴ ἦταν ἡ βάσανος κ’ ἡ συνεργασία τους, σὰ νὰ προωθοῦσε ὁ ἕνας τὸν ιδεολογικὸ κόσμο τοῦ ἄλλου, κι ὁ πρῶτος νὰ ὑποτάσσονταν ἀναγκαστικὰ στὰ μέτρα καὶ τὶς δυνατότητες τοῦ δεύτερου. Κι ὅσο ἱκανώτερος ὁ τεχνίτης, τόσο πιὸ ἀβίαστα ἔρρεε ὁ λόγος…

Ὅποιος πιστεύει πὼς πρόκειται γιὰ ἁπλή «ἀνάληψη ἐργολαβίας» ἡ στοιχειοθεσία ἑνὸς βιβλίου καὶ τὸ στησιμό του, ἡ μεταμόρφωση τῆς «ἔμπνευσης-κάμπιας» ἑνὸς γραφιᾶ σέ «δημιουργία-πεταλοῦδα», βρίσκεται μακριὰ νυχτωμένος…

Ὁ Ἴλιτς ὑπῆρξε ἕνας παθιασμένος τεχνίτης, ἕνας ἱκανὸς φάρος νὰ προσανατολίσῃ τὸν συγγραφέα κάθε βιβλίου, νὰ τοῦ κάνῃ τὶς καίριες ἐρωτήσεις ποὺ θὰ τὸν ὁδηγήσουν νὰ συλλάβῃ πληρέστερα τὴν ὑφὴ τοῦ γραφτοῦ του καὶ νὰ τὸ καταστήσῃ πιὸ κατανοητὸ ἐντέλει στὸ κοινό. Ὑποσημείωση αὐτὸ ἢ πλαγιότιτλος; Κι αὐτό, ὑπότιτλος ἢ ὑποσημείωση; Καὶ τοῦτο μὲ τί στοιχεῖα; Κ’ ἡ φωτογραφία μικρὴ ἢ μεγάλη; Κ’ ἡ λεζάντα πῶς; Καὶ τὸ εὑρετήριο δίστηλο συγκροτημένο ἢ μονόστηλο ἀραία-ἀραία; Κ’ οἱ παραπομπές, ἄλλες ἐδῶ ἄλλες ἐκεῖ, ἢ νὰ τὶς ἑνιαιοποιήσουμε! Κι ἄντε ξανὰ ἀπ’ τὴν ἀρχή… Κι «ἀξίωνε» καὶ τὸν πιὸ ἀνάξιο καὶ βόηθαγε καὶ τὸν πιὸ καλόν, νὰ τὸ δῇ μιὰν ἀκόμη φορὰ μὲ τὸ μάτι τοῦ ἀναγνώστη καὶ νὰ προσθέσῃ, νὰ βελτιώσῃ, νὰ συμμαζέψῃ… Αὐτὸ εἶναι ὁ τυπογράφος!

Λέγεται συχνὰ γιὰ ψευτοπαρηγόρια πώς «οὐδεὶς ἀναντικατάστατος»! Δὲν ὑπάρχει μεγαλύτερο ψέμα.

Ὁ Ἴλιτς θὰ συνεχίσῃ νὰ ζῇ μές στοὺς δεκάδες κομψοὺς κολοφῶνες τῶν βιβλίων τοῦ Ρένου, τὶς ἑκατοντάδες πεζότερες «ταυτότητες βιβλίου» τῶν πιὸ «μοντέρνων» ἐκδοτῶν κι ἀκόμα πίσω ἀπ’ τὶς ἐκατομμύρια ἀράδες καλῶν βιβλίων, ποὺ ἀνώνυμα «χτύπησε» κ’ ἐμεῖς…
…διαβάζουμε ἄραγε;
Μόνο τότε τιμοῦμε τὸν ἄξιο ἐργάτη.

Στάντης Ρ. Ἀποστολίδης
29-2-2016

Δείγμα στοιχειοθεσίας τοῦ Ἲλιτς ἀπό τή μνημειώδη ἒκδοση τῶν Ἀποστολίδηδων γιά τό ποιητικό ἒργο τοῦ Καβάφη.
O Καβάφης των Αποστολίδηδων, 1

Ο Καβάφης των Αποστολίδηδων, 2

Ο Καβάφης των Αποστολίδηδων, 3

ΚΡΕΜ ΜΠΟΡΝΤΟΥΡΑ

Advertisements