* ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΑΡΜΑΝΩΝ (ΒΛΑΧΩΝ): ΟΙ ΒΛΑΧΟΙ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ – 2

ΚΡΕΜ ΜΠΟΡΝΤΟΥΡΑ

Οι Βλάχοι της Ελλάδας – αντίλογος δεύτερος [1]

Δημήτρη Λιθοξόου

Η άποψη πως η εθνική συνείδηση των σύγχρονων Βλάχων (Κουτσοβλάχων) διαμορφώνεται “κυρίως μετά” τους βαλκανικούς πολέμους και την απόκτηση της ελληνικής υπηκοότητας, δεν αγνοεί τις εξεγέρσεις των βλαχοφώνων την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας. [2] Θεωρεί όμως για παράδειγμα, ότι το κάλεσμα του Ρήγα Βελεστινλή “Βούλγαροι και Αρβανίτες, Αρμένιοι και Ρωμιοί” πρεσβεύει το ιδανικό μιας πολυπολιτισμικής πολιτείας και όχι τη δημιουργία ελληνικού κράτους.

Όταν ο μητροπολίτης Δράμας Χρυσόστομος (ο μετέπειτα Σμύρνης) έγραφε το 1907 στον πατριάρχη για τις προσπάθειες “προς διάσπασιν του ενός και αδιαιρέτου ορθοδόξου ελληνικού λαού [3] με την εισαγωγή στις σχολές και τις εκκλησίες των κουτσοβλάχων της ρωμουνικής γλώσσας, [4] εννοούσε τον “ελληνισμό” με τον τρόπο που διευκρίνιζε ο Ζάνας: “οι πατριαρχικοί ορθόδοξοι ήταν Έλληνες, άσχετα αν μιλούσαν την βουλγαρική ή την κουτσοβλαχική”. [5]

Είναι μεγάλη ωστόσο η απόσταση που χωρίζει τους αλλόγλωσσους ορθόδοξους πατριαρχικούς [6] με την ιδιαίτερη πολιτισμική κληρονομιά από τους μεγαλοϊδεάτες παλαιοελλαδίτες ιδεολόγους, την εποχή της ένοπλης διαμάχης στη Μακεδονία (1903 – 1908). [7]

Ταυτόχρονα υπήρχαν και χιλιάδες ρουμανίζοντες βλαχόφωνοι, [8] για τους οποίους [9] ο έλληνας αξιωματικός Κωνσταντίνος Μαζαράκης – Αινιάν (καπετάν Ακρίτας) παρατηρούσε: “Επροξένουν τοιούτον θόρυβον, διέθετον τόσον χρήμα και κατείχον δια νομάδων ποιμένων τας πλείστας διαβάσεις εις τα ορεινά μέρη, όθεν διήρχοντο αντάρται. Αυτοί ήσαν οι καταδόται, αυτοί οι τροφοδόται των βουλγαρικών συμμοριών, προς α είχον συμμαχήσει, αυτοί κατείχον τα γιατάκια (λημέρια) των, αυτοί ήσαν οι οδηγοί των καταδιωκτικών αποσπασμάτων”. [10]

Το διπλωματικό “ολίσθημα” του Βενιζέλου να υποσχεθεί στη ρουμανική κυβέρνηση το 1913 αυτονομία “εις τας των Κουτσοβλάχων σχολάς και εκκλησίας” δεν θα σημειωνόταν αν οι τελευταίοι είχαν ελληνική εθνική συνείδηση.

Η εμμονή στις μαρτυρίες των πηγών, είναι η μόνη επιστημονικά παραδεκτή προσέγγιση του ζητήματος. Το πολυσυζητημένο χωρίο του ιστορικού Θεοφυλάκτου Σιμοκάττη και του χρονογράφου Θεοφάνη “τόρνα, τόρνα φράτερ” αναφέρεται σε λατινόφωνο αγωγιάτη και όχι σε Βλάχο συγκεκριμένα. Εξάλλου είναι άσχετο με το θέμα. [11]

Ο Ιωάννης Λαυρέντιος Λυδός (490 – 565), καθηγητής στο πανεπιστήμιο Κωνσταντινουπόλεως, στο έργο του Περί των αρχών της Ρωμαίων πολιτείας (De Magistratibus) γράφει για την παραμέληση της λατινικής γλώσσας ότι παλαιός χρησμός προλέγει “τότε Ρωμαίους την τύχην απολείψειν, όταν αυτοί της πατρίου φωνής επιλάθωνται”. Έτσι η εγκατάλειψη των λατινικών από τους επάρχους και τις άλλες δημόσιες αρχές – που τους πρωτοβυζαντινούς χρόνους εξ ανάγκης μιλούν τα ιταλικά (των Ιταλών φθέγγεσθαι φωνή) λόγω της σημασίας της ελληνιστικής Ανατολής μέσα στην αυτοκρατορία – επαλήθευσε το χρησμό: “συν τη Ρωμαίων φωνή και την τύχην απέβαλεν η αρχή”. [12] Ο εξελληνισμός επομένως κι όχι ο εκλατινισμός, απασχολεί το βυζαντινό λόγιο. [13]

Πρώτη σαφής μνεία στους νοτίως του Δούναβη Βλάχους γίνεται στο Χρονικό του Ιωάννη Σκυλίτζη. Είναι ένα επεισόδιο που συνέβη στους αδελφούς του βούλγαρου τσάρου Σαμουήλ: “Τούτων δε των τεσσάρων αδελφών Δαβίδ μεν ευθύς επεβίω αναιρεθείς μέσον Καστορίας και Πρέσπας εις και τας λεγομένας Καλάς Δρυς παρά τινων Βλάχων οδιτών”. [14]

Η διάκριση που επιχειρείται σε λατινόφωνους Έλληνες και Βλάχους (νομάδες κτηνοτρόφους) είναι εντελώς αβάσιμη. [15] Η ονομασία Βλάχοι υπήρξε δηλωτικό πολιτισμικής ταυτότητας και όχι επαγγέλματος. [16]

Όσον αφορά τις ανθρωπολογικές έρευνες [17] του Πουλιανού είναι εντελώς αναξιόπιστες (βλέπε για παράδειγμα την περίπτωση χρονολόγησης του κρανίου του σπηλαίου των Πετραλώνων), [18]

Χαρακτηριστικό είναι πως ακόμα και ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, ο ιδρυτής της εθνικής ιστορικής σχολής στην Ελλάδα, έγραφε στην ιστορία του πριν προκύψει το ζήτημα των Βλάχων:

Αι κυριώταται εντός του Ίστρου κατοικίαι των Βλάχων κατά τους χρόνους τούτους, ήσαν προς βορράν μεν περί τον Αίμον, προς μεσημβρίαν δε περί τον Πίνδον. Η επικρατεστέρα την σήμερον γνώμη είναι ότι οι Βλάχοι ούτοι ήσαν συγγενείς των επέκεινα του Ίστρου Βλάχων, και ότι οι τελευταίοι ούτοι προέκυψαν εκ της αναμίξεως των πολυαρίθμων Ρωμαίων αποίκων, ους ο αυτοκράτωρ Τραϊανός ίδρυσεν εν αρχή της 2ας εκατονταετηρίδος μετά Χριστόν εις Δακίαν, μετά των ιθαγενών της χώρας ταύτης κατοίκων, αναμίξεως ως εκ της οποίας το κυριώτερον στοιχείον της βλαχικής γλώσσης μέχρι της σήμερον είναι η λατινική. Τούτο ήδη επρέσβευον οι ημέτεροι, ό,τε Κίνναμος και ο Χαλκοκονδύλης”. [19]

Οι γνώμες των νεώτερων ιστορικών (ελλήνων και ξένων) μπορεί να βρίσκονται σε συμφωνία ή σε αντίθεση με τις πηγές, δεν αποτελούν όμως αποδεικτικό υλικό. Παρουσιάζουν ενδιαφέρον σαν πολιτική στάση κάποιων διανοουμένων μέσα στους εθνικούς ανταγωνισμούς στη βαλκανική (από το τέλος του 19ου αιώνα και μετά). Σημειώνουν τα όρια ανεξαρτησίας και καθαρότητας της ιστορίας. [20]

Για όσους πάντως ενδιαφέρονται η παλαιότερη βιβλιογραφία βρίσκεται στον Κεραμόπουλο, ενώ επιλογή των νεότερων δημοσιευμάτων [21] υπάρχει στην αξιόλογη εργασία του Eugen Stănesku, La population Vlaque de l’ empire Byzantin aux XI – XIII siècles structure et mouvement, Athènes 1976. [22]

[1] Η δημοσίευση της απάντησής μου στην επιστολή του τότε προέδρου της πανελληνιας ενωσης πολιτιστικων συλλογων βλαχων Χρήστου Παπαγιάννη, προκάλεσε την ανταπάντησή του και μια δική μου δευτερολογία, που δημοσιεύεται εδώ. Τα δύο κείμενα δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Τετράδια τεύχος 13, την άνοιξη του 1986. Όλα τα κείμενα της αντιπαράθεσης μεταφράστηκαν και αναδημοσιεύτηκαν από το Vasile Tega στη ρουμανική εφημερίδα του Καναδά Cuvantul Românesc, τον Σεπτέμβριο του 1986.

 [2] Ο Παπαγιάννης υποστηρίζει πως από την εποχή του μεσαίωνα οι Βλάχοι “προσανατολίζονται συνειδητά και μακριά από «κρατικές ιδεολογίες» προς την Ελληνική εθνική και φυλετική καταγωγή τους”.

 [3]Φρίκη δε και αποτροπιασμός καταλαμβάνει πάντα ενταύθα πολίτην και επί τη απλή μόνη υπονοία ότι είναι δυνατόν ποτε, αντί του εκπάγλου κάλλους της μητρικής ημών ελληνικής γλώσσης, να ακουσθή ποτε εν τη θεία και λατρευτή ημών Εκκλησία και εν ταις Ελληνικαίς Σχολαίς η ρωμουνική γλώσσα”. Βλ. Χρυσοστόμου Καλαφάτη Μητροπολίτου Δράμας, Εκθέσεις περί του Μακεδονικού αγώνος 1903 – 1907, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1960, σελ. 27 – 28.

 [4] Η βλάχικη γλώσσα ανήκει στην ομάδα των Ιταλικών και στην υποομάδα των Ανατολικών γλωσσών και διακρίνεται στη μεγαλύτερη ομάδα των Μακεδονορουμάνων και στη μικρότερη των Μογλενιτών (περιοχή Αλμωπίας).

 [5] Την εποχή εκείνη «ορθόδοξος» εσήμαινε Έλλην και «σχισματικός» Βούλγαρος”. Βλ. Ο Μακεδονικός Αγώνας Απομνημονεύματα, έκδοση ιμχα, Θεσσαλονίκη 1984, σελ. 72 – 73.

 [6] Ο έλληνας πρόξενος Μοναστηρίου Γουλιέλμος Φοντάνας έγραφε σχετικά τον Απρίλιο του 1890 προς τον υπουργό εξωτερικών Στέφανο Δραγούμη: “οι βλαχόφωνοι Ελληνίζοντες και Ρουμανίζοντες δύνανται να θεωρηθώσιν εν γένει ως θιασώται της ελληνικής γλώσσας, τούτο μεν εκ παλαιών παραδόσεων τούτο δε εκ συμφέροντος, διότι το αίσθημα τούτο υπερισχύει παρ αυτοίς παντός άλλου. Αλλά ούτε παρά τοις Ρουμανίζουσιν ούτε παρά τοις Ελληνίζουσι μεταξύ των Βλάχων υπάρχει υπό εθνική έποψιν σταθερότης χαρακτήρος και πεποιθήσεων”. Η επιστολή βρίσκεται στο Αρχείο Στέφανου Δραγούμη, στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη.

 [7] Πρόκειται για δύο διαφορετικές ιδεολογίες, της θρησκευτικής και της εθνικής κοινότητας.

 [8] Σύμφωνα με στατιστική του πατριαρχείου του έτους 1906, για τον αριθμό των ρουμανιζόντων Βλάχων ανά οικισμό, στατιστική που σαφώς μειώνει τον αριθμό των ρουμανιζόντων για προπαγανδιστικούς λόγους, δίνεται ο αριθμός των 2.969 οικογενειών. Βλ.Επίσημα έγγραφα περί της εν Μακεδονία οδυνηράς καταστάσεως, πατριαρχικό τυπογραφείο, Κωνσταντινούπολις 1906, σελ. μδ΄- μθ΄.

 [9] Την περίοδο 1905 – 1908 οι ρουμανίζοντες Βλάχοι συμμάχησαν με τους μακεδόνες αυτονομιστές κατά των ελληνικών ένοπλων ομάδων. “Στο σκληρό και αιματηρό αγώνα, που ακολούθησε, οι Βλάχοι αναμείχθηκαν γρήγορα, γιατί τα ελληνικά αποσπάσματα είχαν διαταγές να στρέψουν την προσοχή τους στα ρουμάνικα σχολεία επίσης. Οι απειλές γρήγορα λιγόστεψαν τον αριθμό του ρουμανικού κόμματος, αρκετά σχολεία κάηκαν, πολλοί από τους πιο αφοσιωμένους συνηγόρους δολοφονήθηκαν και τα σπίτια και η περιουσία τους καταστράφηκαν. Ένα από τα αποτελέσματα της ενέργειας αυτής ήταν ότι βλάχικα αποσπάσματα γρήγορα εμφανίστηκαν στην αντίθετη πλευρά, αλλά εξαιτίας του αριθμού και της θέσης τους αναγκάστηκαν να ενεργούν κυρίως αμυντικά”. Βλ. Alan Wace – Maurice Thompson, Οι νομάδες των Βαλκανίων, μετάφραση Πάνου Καραγιώργου, Θεσσαλονίκη 1989, σελ. 9.

 [10] Βλ. Ο Μακεδονικός Αγώνας Απομνημονεύματα, έκδοση ΙΜΧΑ, Θεσσαλονίκη 1984, σελ. 204. Για την κατά τόπους συμπεριφορά των Βλάχων, ο Δημήτριος Κάκκαβος σημειώνει στα απομνημονεύματά του ότι “οι περί την Πίνδον και την Βέροιαν (υπήρξαν) αποστάται με ζωηρόν φιλορρουμανικόν φανατισμόν, οι περί το Μοναστήριον με φανατισμόν επηρεασμένον όμως από την ελληνικήν επίδρασιν, οι της Καρατζόβας με φανατισμόν φιλοβουλγαρικόν”. Βλ. Δημητρίου Κάκκαβου, Απομνημονεύματα (Μακεδονικός Αγών), έκδοση εταιρείας μακεδονικών σπουδών, Θεσσαλονίκη 1972, σελ. 81.

 [11] Ο Παπαγιάννης επικαλείται ένα απόσπασμα του Θεοφύλακτου Σιμοκάττη που υποτίθεται ότι αναφέρεται σε Βλάχους το 579 μ.Χ. Το περιστατικό αναφέρει ότι σε μία εκστρατεία του Στρατηγού Κομεντίολου κατά των Αβάρων της Θράκης, ένας στρατιώτης φώναξε σε έναν αγωγιάτη στη μητρική τους γλώσσα (τη πατρώα φωνή), βλέποντας το φορτίο ενός ζώου να πέφτει, “torna, torna frater”, δηλαδή “γύρνα, γύρνα αδελφέ”, κάτι που θεωρήθηκε ως στρατιωτικό παράγγελμα επιστροφής και δημιούργησε σύγχυση στους υπόλοιπους άνδρες.

 [12] Βλ. Διονυσίου Ζακυθηνού, Βυζαντινή Ιστορία (324 – 1071), Αθήναι 1977, σελ. 143.

 [13] Η παρερμηνεία της ιστορικής είδησης είναι έργο του Βακαλόπουλου και αναπαράγεται από τον Παπαγιάννη. Βλ. Απόστολου Βακαλόπουλου, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τόμος Α΄, Θεσσαλονίκη 1974, σελ. 36.

 [14] Ο θάνατος του αδελφού του Σαμουήλ από οδίτες Βλάχους συνέβη το 976 μ.Χ. στην περιοχή των Κορεστίων (Korešta). Βλ. Georgius Cedrenus, Ioannis Scylitzae, Bonn 1838 – 1839, I, σελ. 435.

 [15] Ο Παπαγιάννης διακρίνει “τους Βλάχους (νομαδοκτηνοτρόφους) από τους Βλαχόφωνους” και υποστηρίζει πως οι βυζαντινές πηγές συγχέουν τους μεν με τους δε.

 [16] Κατά το μεσαίωνα ασχολούνται εκτεταμένα στην περιοχή με τη νομαδική κτηνοτροφία τόσο οι Βλάχοι όσο και οι Αλβανοί. Γι’ αυτό και ο σέρβος αυτοκράτορας Στέφανος Ντουσάν είχε συμπεριλάβει στους νόμους του ειδικό άρθρο (No 83): “Σε χωριό που σταματάει Βλάχος ή Αλβανός, σε αυτό το χωριό να μη σταματήσει άλλος που έρχεται μετά. Αν σταματήσει με τη βία, να πληρώσει το πρόστιμο και τη ζημιά που προκάλεσε με το κοπάδι στο πέρασμά του”. Βλ. Σέφανος Ντουσάν, Ο Κώδικας Νόμων, μετάφραση Λεωνίδας Χατζηπροδρομίδης, εκδόσειςκαστανιώτης, Αθήνα 1983, σελ. 58.

 [17] Το ζήτημα της λεγόμενης “καταγωγής” των Βλάχων, αλλά και της “καταγωγής” κάθε λαού, έχει κατά το παρελθόν συνδεθεί με την “καθαρότητα” του αίματος και τις μετρήσεις των κρανίων. Είναι γνωστό πως αυτή η προσέγγιση, ενταγμένη στον εθνικό μύθο του ανώτερου λαού, οδήγησε στα κρεματόρια χιλιάδες ανθρώπους.

 [18] Ο Άρης Πουλιανός, τις “μελέτες” του οποίου επικαλείται ο Παπαγιάννης για να ταυτίσει Έλληνες και Βλάχους, είναι ο άνθρωπος που έγινε περίγελος των ξένων συναδέλφων του με τις ανακοινώσεις του περί ανακάλυψης του κρανίου του πρώτου ανθρώπου, του Αρχανθρώπου, ηλικίας 800.000 ετών στην Ελλάδα. Όσον αφορά το βιβλίο του Πουλιανού για την καταγωγή των Ελλήνων (Η προέλευση των Ελλήνων, Αθήνα 1962), έχει τόση αξία όσο και τα δημοσιεύματα των “ανθρωπολόγων” του ναζιστικού κόμματος Γερμανίας.

Σε κάθε περίπτωση, το θέμα μας είναι η κοινότητα ή η διαφορετικότητα τα των πολιτισμών και όχι οι μετρήσεις των κρανίων.

 [19] Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου, Ιστορία του ελληνικού έθνους, βιβλίον ενδέκατον, εκδόσεις γαλαξία, Αθήνα 1971, σελ. 390 – 391.

 [20] Ο εθνικός ιστορικός επιτελεί ιδεολογικό έργο αναγκαίο για το κράτος του. Αυτός είναι ο ρόλος του, γι’ αυτό υπάρχει και γι΄ αυτό αμείβεται. Βλ. Τάσου Κωστόπουλου – Λεωνίδα Εμπειρίκου – Δημήτρη Λιθοξόου, Μια συζήτηση στη Φιλοσοφική: Ελληνικός εθνικισμός και Μακεδονικό ζήτημα – η ιδεολογική χρήση της Ιστορίας, Αθήνα 1992, σελ. 52 – 53.

 [21] Βλ. επίσης Γιώργου Παδιώτη, Τραγούδια Φαρσαριωτών (Αρβανιτοβλάχων), Αθήνα 1991 και Οι Αρωμάνοι (Βλάχοι) του μεσαίωνα στην Ήπειρο, Αθήνα 1992.

 [22] Το κείμενο εκδόθηκε στα ελληνικά σε επιμέλεια Γιώργου Παδιώτη: Ο πληθυσμός των Βλάχων στη βυζαντινή αυτοκρατορία (X – XIII αιώνα) δομή και μετακίνηση.

Advertisements

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google+. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...