* ΣΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ ΗΡΩΑΣ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΕΙΡΗΝΗ… ΕΛΠΗΝΟΡΑΣ ! Μέ ἀφορμή μιά παράσταση τῆς “Κίχλης” τοῦ Γιώργου Σεφέρη.

ΚΡΕΜ ΜΠΟΡΝΤΟΥΡΑ

Τοῦ Κωνσταντίνου Θεμελή
e-mail: conthemelis@gmail.com

Κίχλη

Σχεδίαση: melgrafik.de

Κίχλη, Ιδιόμελο

Γιά τήν παρουσίαση τῆς Κίχλης τοῦ Γιώργου Σεφέρη, ἒγραψα καί παρουσιάζω ὁ ἳδιος ἀπό σκηνῆς μιά ἐκτενή εἰσαγωγή, πού ἀνοίγει στόν ἀκροατή ἓναν δρόμο πρόσβασης στό δύσβατο αὐτό ποίημα. Ἀπό αὐτήν τήν εἰσαγωγή χρησιμοποιῶ ἐδῶ μερικά μέρη τά ὁποία ὑπηρετοῦν τόν σκοπό τοῦ παρόντος κειμένου. Τό video τῆς εἰσαγωγῆς στήν Κίχλη, ὃπως αὐτή παρουσιάστηκε στό Polis Art Cafe βρίσκεται ἐδῶ. ]

I

“Ὁ Ὀδυσσέας καί οἱ ἀπομείναντες σύντροφοί του μετά ἀπό τίς περιπέτειες στό πλωτό νησί τοῦ Αἰόλου (τήν Αἰολία) καί τούς Λαιστρυγόνες, πού καμάκωναν τούς ἀργοναῦτες σάν νά ἦταν ψάρια καί τούς ἂρπαζαν ἀπό τήν Ἀργώ, φτάνουν στό νησί τῆς Κίρκης – αὐτές τίς τρεῖς περιπέτειες ἀφηγεῖται ἡ ραψωδία κ τῆς Ὀδύσσειας.

Ἡ Κίρκη δέν εἶναι οὒτε θεά, οὒτε μάγισσα. Εἶναι ἐνσάρκωση τῆς Λαγνείας ἡ ὂμορφη αύτή ή γυναίκα καί τό νόημα τῆς μεταμόρφωσης τῶν ναυτῶν τοῦ Ὀδυσσέα σέ… γουρούνια εἶναι ἓνα καί μεταφορικό: ἡ ἠδονή πού ἒζησαν μαζί της –διότι πλάγιασε μέ ὃλους μέχρι νά πλαγιάσει μέ τόν Ὀδυσσέα!–, τούς ἒκανε νά ἐπιθυμοῦν μόνον αὐτή καί νά ξεχάσουν ἀκόμα καί τήν ἀποστολή τους – ἀχαλίνωτο σέξ κι ὃποιος ἀντέξ’ !

Ἀνάμεσά τους βρίσκεται καί ὁ νεώτερος ἀπ’ ὃλους τούς ναῦτες, ὁ Ἐλπῆνορ (ἒτσι γράφεται στήν Ὀδύσσεια, ἐνῶ στήν Κίχλη τοῦ Σεφέρη γράφεται Ἐλπήνωρ – γι’ αὐτό μήν τρελαίνεστε μέ τή “σωστή” γραφή τῶν λέξεων), ὁ ὁποῖος δέν ξέρει πῶς νά κυβερνήσει τίς σαρκικές του ὀρμές, γι’ αὐτό καί ὃταν ἡ Κίρκη θά πλαγιάσει μέ τόν Ὀδυσσέα καί θά ξεχάσει ὃλους τούς ναῦτες, –κι ἒτσι αὐτοί θά “ξαναγίνουν” ἂνθρωποι–, ὁ Ἐλπήνωρ θά μεθύσει ἀπό νόστο γιά τήν ἠδονή πού ἒζησε μαζί της (ἀλλά δέν πρόκειται νά ξαναζήσει) καί τό πρωί τῆς ἀναχώρησης ἀπό τό νησί θά γκρεμιστεῖ ἀπό κάποιο δῶμα τοῦ σπιτιοῦ της, νομίζοντας ὃτι βρίσκεται στό ἰσόγειο.
Θ’ ἀφήσουν τό πτῶμα του ἐκεῖ, “ἂταφο κι ἂκλαυτο, διότι τούς βιάζαν ἂλλες ἒγνοιες”, ὃπως λέει πιό κάτω ὁ Ὀδυσσέας.

Στ’ ἀρχαία Ἐλληνικά ἡ λέξη νέκυς σημαίνει νεκρός καί στή λατρευτική πρακτική τῆς ἐποχῆς ἡ λέξη νέκυια σημαίνει τήν τελετή ἐπίκλησης ἀπό ζωντανούς ἀνθρώπους φαντασμάτων νεκρῶν προκειμένου νά τά ρωτήσουν γιά προβλέψεις μελλοντικῶν γεγονότων: ΝέκυιαΝεκρομαντεία.
Ἡ Νέκυια διαφέρει ἀπό τήν κατάβαση στόν Κάτω Κόσμο, τόν Ἂδη. Κατάβαση σήμαίνει πραγματικό σωματικό ταξίδι στόν Κάτω Κόσμο. Τέτοιο ταξίδι κάνει ὁ Ὀρφέας, ὁ Θησέας, ὁ Ἠρακλής. Ὁ Ὀδυσσέας δέν κατεβαίνει στον Ἂδη.

Στό τέλος, λοιπόν, τῆς ἲδιας μέρας πού ἒφυγαν ἀπό τό νησί τῆς Κίρκης, ὁ Ὁδυσσέας τελεῖ τή ΝέκυιαΝεκρομαντεία, ὃπως τοῦ συνέστησε ἐκείνη, ὃταν αὐτός τή ρώτησε πῶς θά βρεῖ τόν δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς στό σπίτι. Καί ἐνῶ περιμένει τήν ἐμφάνιση τοῦ μάντη Τειρεσία, ἐμφανίζεται πρῶτο τό φάντασμα τοῦ Ἐλπήνορα.

Ἐλπήνορα, μές στό θαμπό σκοτάδι αὐτό πῶς ἦθρες;
Πεζός μέ πρόφτασες ἐμέ πού ἐρχόμουν μέ καράβι!

(Δύο στίχοι ἀπό τήν πανωραία μετάφραση τῆς ραψωδίας λ, τῆς Νέκυιας, πού ἒκανε ὁ κορυφαῖος ἀείμνηστος φιλόλογος Στυλιανός Ἀλεξίου.)”

Ὃσο κι ἂν ὁ Ὃμηρος ἁθανάτισε (“ἀθανατίζω” εἶναι τό σωστό ρῆμα καί ὂχι “ἀπαθανατίζω”) λογοτεχνικά τόν ἀσήμαντο αὐτόν ναύτη πρίν ἀπό 2.700 χρόνια, κανένας λογοτέχνης ἢ ποιητής δέν ἀσχολήθηκε μαζί του μέχρι τήν κυκλοφορία τῶν τριῶν πρώτων Ἀσμάτων (Cantos) τοῦ νεαροῦ ποιητῆ Ezra Pound, στήν ἀρχή τοῦ 20ου αἰώνα.

II

Γύρω στό 1905, ἓνας εἰκοσάχρονος ποιητής ὀνόματι Ἒζρα Πάουντ σκέφτεται νά γράψει ἒνα “ποίημα κάποιου μήκους”, ἀλλά δέν ἀρχίζει τή δουλειά πάνω σ’ αὐτό παρά δέκα χρόνια ἀργότερα καί τό 1917 τό σχέδιο τῶν τριῶν πρώτων Ἀσμάτων / Cantos τοῦ ποιήματος δημοσιεύονται στήν ἐφημερίδα Ποίηση. Σ’ αὐτήν τήν ἀρχική ἐκδοχή, τό “ποίημα κάποιου μήκους” εἶναι ἓνας χαιρετισμός πρός τό φάντασμα τοῦ κορυφαίου Βικτωριανοῦ ποιητῆ Robert Brawning (1812-1889). Ὃταν ὁ νεαρός ποιητής συνειδητοποιεῖ ὃτι ἡ ἀφηγηματική φωνή αὐτῶν τῶν τριῶν πρώιμων ἀσμάτων θέτει σέ κίνδυνο τήν ἐπαναστατική πρόθεση τοῦ ποιητικοῦ ὀράματός του, τά ἀρνεῖται καί ψάχνει γιά κάποιο ἂλλο σημεῖο ἀναχώρησης.
Τό βρίσκει σέ μιά λατινική μετάφραση τῆς Ὁδύσσειας τοῦ Ὁμήρου, ἀπό τόν ἀναγεννησιακό μελετητῆ Andreas Divus, τήν ὁποία ὁ νεαρός ποιητής εἶχε ἀγοράσει στό Παρίσι μεταξύ τοῦ 1906 και τοῦ 1910. Ἀλλά, στήν πραγματικότητα, αὐτή ἡ λατινική ἐκδοχή εἶναι ἡ ἐπιμέλεια μιᾶς μετάφρασης πού εἶχε γίνει παλαιότερα γιά ἐνθάρρυνση τῆς ἀνάγνωσης κλασσικῶν κειμένων.

Τό πρῶτο Canto τῆς καινούργιας σειρᾶς παίρνει τό σημεῖο ἀναχώρησής του ἀπό τή μετάφραση τοῦ Divus καί παίρνει μαζί καί τίς ἲδιες τίς ἀνακρίβειές του. Ὁ Divus προμηθεύει τόν Πάουντ μέ ἓναν πρῶτο ὁδηγό, ἓναν ἀναξιόπιστο ὁδηγό, ἡ ἀνεπάρκεια τοῦ ὁποίου ἀποτελεῖ τό κύριο περιουσιακό του στοιχεῖο.

Τά τελευταῖα λόγια τοῦ φαντάσματος τοῦ Ἐλπήνορα πρός τόν Ὀδυσσέα, στήν Ὀδύσσεια, εἶναι τά ἐξῆς:

…………………………………………………………………………………………
ἒνθα σ’ ἒπειτα, ἂναξ, κέλομαι μνήσασθαι ἐμεῖο.
μή μ’ ἂκλαυτον ἂθαπτον ἰών ὂπσθεν καταλείπειν
νοσφισθείς, μή τοί τι θεῶν μήνιμα γένωμαι,
ἀλλά με κακκῆσαι σύν τεύχεσιν, ἂσσα μοι ἒστιν,
σῆμα τέ μοι χεῦαι πολιῆς ἐπί θινί θαλάσσης,
ἀνδρός δυστήνοιο καί ἐσσομένοισι πύθεσθαι.
………………………………………………………………………

Παρακαλώ σε, βασιλιά, κι εμέ θυμήσου τότε:
Άκλαυτον κι άθαφτον εκεί να μή μ’ αφήσεις,
για να μη γίνω εγώ αφορμή οι θεοί να σου θυμώσουν.
Κάψε με μ’ ὁλα τ΄ άρματα, όσα έχω, κ΄ ένα μνήμα
φτιάξε μου στην ακρογιαλιά, στο κύμα πλάι π΄ αφρίζει,
για να θυμούνται τ΄ άτυχου όσοι στον κόσμο θά ΄ρθουν.
………………………………………………………………………

(Μτφρ. Στυλιανού Ἀλεξίου.)

Οἱ ἲδιοι στίχοι στό Canto I τοῦ Ἒζρα Πάουντ:

But thou, O King, I bid remember me, unwept, unburied,
Heap up mine arms, be tomb by sea-bord, and inscribed:
A man of no fortune and with a name to come.
(Ἓνας δυστυχισμένος ἂνθρωπος μέ ὂνομα μελούμενο.)
……………………………………………………………………….

III

Τό τριμερές ποίημα Κίχλη τοῦ Γιώργου Σεφέρη κυκλοφόρησε ἀπό τίς ἐκδόσεις “Ἲκαρος”, τό 1947.
Οὒτε ἓνας διαβαστής ἀπό ἐκείνους πού διάβασαν τό ποίημα δέν μπόρεσε οὒτε νά συμ-βιώσει τό βίωμά του, οὒτε νά ἐννοήσει τό νόημά του ἢ τίς ἐπί μέρους σημασίες πού δομοῦν τό νόημα αὐτό.

“Τελειώνοντας τό ’49, ὁ Γιῶργος Κατσίμπαλης μοῦ ζήτησε νά τοῦ γράψω ἒνα γράμμα πού θά βοηθοῦσε τόν καλοπροαίρετο ἀναγνώστη νά διαβάσει εὐκολώτερα τήν Κίχλη. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὃτι τό ποίημα φαινότανε ἀπροσπέλαστο τότε.”
Ἒτσι ἀρχίζει τήν παρουσίαση του γράμματός του ὁ Γιῶργος Σεφέρης, ὃταν τό ξαναδημοσίευσε στόν δεύτερο τόμο τῶν Δοκιμῶν μέ τίτλο Μιά σκηνοθεσία γιά τήν Κίχλη.

Γιά τόν χαρακτήρα τοῦ Ἐλπήνορα, ὁ ὁποῖος πρωταγωνιστεῖ στό δεύτερο μέρος τοῦ ποιήματος μέ τίτλο Ὁ ἠδονικός Ἐλπήνωρ ἒγραψε τά ἐξῆς:
“Θά γινόμουν ἲσως πιό σαφής, ἂν ὁ ἀναγνώστης εἶχει ὑπόψη του σημεῖα τῆς προηγούμενης ἐργασίας μου, ὃπου ὁ Ἐλπήνορας ἐμφανίζεται εἲτε σάν ἀτομικός εἲτε σάν ὁμαδικός χαραχτήρας. Ὃσο μπορῶ νά θυμηθῶ τώρα, θ’ ἂρχιζα ἀπό τή Στροφή. Οἱ “ἀνίδεοι καί χορτάτοι” πού φάγανε τά γελάδια τοῦ Ἢλιου εἶναι Ἐλπήνορες· τό ἲδιο θά ἒλεγα γιά τούς ὑπομονετικούς τῆς “Ἂρνησης” (Σ.σ. “… Μέ τί καρδιά, μέ τί πνοή, τί πόθους καί τί πάθος πήραμε τή ζωή μας· λάθος! / κι ἀλλάξαμε ζωή.) Στό Μυθιστόρημα, οἱ “Ἀργοναῦτες”, ὑποταγμένοι καί σιωπηλοί, τό ἲδιο χωρίς ἀμφιβολία· τό δηλώνουν οἱ στίχοι:

… Τά κουπιά τους
δείχνουν τό μέρος πού κοιμοῦνται στ’ ἀκρογιάλι

Κανείς δέν τούς θυμᾶται…
Δικαιοσύνη.

Καί εἶναι σωστό νά μην τούς θυμᾶται κανείς: δέν εἶναι ἢρωες, εἶναι Ἐλπήνορες.
Ἲσως ρωτήσεις γιατί γράφω μέ συμπάθεια γι’ αὐτούς. Μα γιατί οἱ ἂνθρωποι πού ἀνήκουν σ’ αὐτή τήν κατηγορία, ἀνάμεσα στούς ἢρωες (ὁμηρική ἒννοια, ὂχι, γιά ὂνομα τοῦ θεοῦ, καρλαϊκή) καί στούς Θερσίτες, εἶναι οἱ πιό συμπαθητικοί. Ἀκόμη καί ὁ ὁμηρικός Ὀδυσσέας, ὃταν βλέπει τόν Ἐλπήνορα πρῶτον ἀνάμεσα στούς νεκρούς, τόν λυπᾶται καί δακρύζε. Δέ λέω: ἀγαπητοί ἢ ἀξιοθαύμαστοι· λέω: συμπαθητικοί, αἰσθηματικοί, μέσοι, καί σπαταλημένοι.
Ἒπειτα, στό Ἠμερολόγιο Καταστρώματος, Α΄, ὁ ἂνθρωπος πού “πηγαίνει κλαίγοντας” εἶναι ἓνα σκίτσο grotesco  τοῦ Ἐλπήνορα· ἲσως μάλιστα νά εἶναι αὐτός ὁ πιό συγγενικός μέ τόν ὁμώνυμο τῆς Κίχλης. Ἀφήνω τή ρητή ἐπίκληση, στό Ἠμερολόγιο, Β΄:

Κι οἱ σύντροφοι μένουν στά παλάτια τῆς Κίρκης·
ἀκριβέ μου Ἐλπήνωρ ! Ἠλίθιε, φτωχέ μου Ἐλπήνωρ !

Ὃπως βλέπεις τό πρόσωπο αὐτό φανερώνεται κάμποσες φορές στήν ἐργασία μου. Ἀπ’ ὃσες κρίσεις ἒτυχε νά πάρει τ’ αὐτί μου, ἒχω τήν ἐντύπωση πώς αὐτός ὁ τρυφερός μέσος ἂνθρωπος πάει νά γίνει ὁ πιό συγκηνητικός ἀνάμεσα στά πρόσωπά μου, ἲσως γιατί συμβολίζει αὐτούς πού δηλώνουμε στήν καθημερινή μας ὁμιλία μέ τό ἐπιφώνημα “ὁ κακομοίρης”. Ὡστόσο, ἂς μήν ξεχνούμε πώς αὐτοί οἱ ἂκακοι ἂνθρωποι εἶναι συχνά οἱ καλύτεροι φορεῖς τοῦ κακοῦ, πού ἒχει ἀλλοῦ τήν πηγή του.

Ἒχω ακόμη τήν ἐντύπωση πώς μερικοί ἀφήνουνται νά πιστέψουν πώς ὁ Ἐλπήνορας εἶμαι ἐγώ. Πάνω σέ τοῦτο θά σοῦ θυμίσω τή σημείωση πού ἒβαλα στήν κεφαλή τοῦ Μυθιστορήματος:  καί ὁ Ἐλπήνορας ἀντιπροσωπεύει “μιά κατάσταση τόσο ἀνεξάρτητη ἀπό μένα, ὃσο καί τά πρόσωπα ἑνός μυθιστορήματος. Δέν τήν ἒβαλα, καθώς βλέπεις, αὐτή τή σημείωση, γιά νά δικαιολογήσω ἒνα καλαμπούρι. Κι ἂν θέλεις νά τά κάνουμε ἀκόμη πιό λιανά, ἀφοῦ σήμερα πήραμε τόν κόπανο καί τά λιανίζουμε ὃλα, ὁ Ἐλπήνορας εἶμαι ἐγώ, ὃπως ὁ Bouvard ἢ ὁ Pecuchet εἶναι ὁ Flaubert. Μετέχω σ’ αὐτόν τόν χαραχτήρα, ὃπως κάθε ἂνθρωπος μετέχει στά πλάμσατά του, ἢ, καλύτερα, γιά νά θυμηθῶ τό λόγο τοῦ Κήτς, πού ἀξίζει τόν κόπο πολὐ νά τόν στοχαστούμε, ὁ Ἐλπήνωρ μοῦ ἀνήκει ὃσο τό χρῶμα πού δείχνει ἀνήκει στόν χαμαιλέοντα. Κάποτε ἒχω συμπόνια γιά δαῦτον, ὃπως ἒλεγα, ὃμως πιό συχνά ἒχω μεγάλη ἀντιδικία γιά τά μαλακά πράγματα πού ἀντιπροσωπεύει καί πού νιώθουμε γύρω μας σάν τά στεκάμενα νερά.”

IV

– Εἶστε ἕνας λαὸς ἐπιθέσεως.., μοῦπε ἕνας Γερμανὸς μιὰ νύχτα τοῦ ’43. Ὄχι ἕνας λόχος, ἕνα τάγμα, ἕνα ἐπίλεκτο «σῶμα κρούσεως» μονάχα, μὰ ἕνας λαὸς ὁλόκληρος «κρούσεως»! Κρίμα ποὺ θὰ χάνετε πάντα τὶς εἰρῆνες.

 – Θὰ τὶς χάνομε;

 – Θὰ τὶς χάνετε. Θὰ δίνετε μόνο ἐπιτεύγματα ἐκρηκτικά. Δὲν εἶστε λαὸς σφυροκόπος. Κ’ οἱ πρόγονοί σας, δὲν ἦταν. Κι αὐτοί: ἐκκενωτικοί, κρουσιφλεγεῖς· μέσα σὲ διακόσια ὅλα-ὅλα χρόνια, τίναξαν τοῦ κόσμου, γιὰ δυὸ χιλιετίες, ὅ,τι ἀνώτερο ἄγγισε τὸ πνεῦμα τῆς Εὐρώπης! Ὅ,τι ἀνώτερο – ξαφνικὰ καὶ σχεδὸν ἀνεξήγητα! Μές ἀπὸ τόση πολιτειακὴ ἀθλιότητα τῆς ἐλάχιστης κ’ ἐνδεοῦς Ἑλλάδας, ἀπότομα Πλάτωνες, ρήτορες, Περικλῆδες, Θουκυδίδες, Ἀριστοτέληδες, Ἀλεξάνδρους! Ἀπότομα: ὥς τὰ πέρατα τοῦ κόσμου κι ὥς τ’ ἀκρότατα τοῦ νοῦ!.. Κι ἄξαφνα, ἐσεῖς χάνεστε, σκορπᾶτε, σὰν ἀνεμικὸ ποὺ τὸ πῆρε ὁ ἄνεμος – σᾶς ψάχνει κανεὶς καὶ δὲ σᾶς βρίσκει!.. Τί ἐγίνατε; Ποιοί ἤσασταν; Πόσοι; Ποῦ τὰ ὑπολείμματά σας;.. Πουθενά, καὶ τίποτε! Κι ὡστόσο αὐτὸ ποὺ σεῖς ἐκτινάξατε, δωρίζεται ἄφθονα τοῦ κόσμου, γιὰ ὁρμαθοὺς αἰώνων. Μὰ μόνο ἀπὸ σᾶς δὲν εἰσπράττεται – κι αὐτοῦ ζητιάνοι ἐσεῖς κατόπιν, κι αὐτοῦ στερημένοι! Σὰν τὴ μήτρα ἀκριβῶς, ποὺ ἐκτινάσσει τὸ τέκος κι ὀρφανεύει… Ἡ ἱστορία τῆς Εὐρώπης, τῆς «Δύσεως» ὅλης, ἀπ’ τὸν ἀνάφλογο Ἑλληνισμὸ ξεκινάει, τοῦ ἀστραπιαίου Ἀλεξάνδρου! Κ’ ἡ ἱστορία τοῦ Πνεύματος ἀπ’ τὸ γοργὸ δυναστεύεται Ὄργανο τοῦ Ἀριστοτέλη, δυὸ χιλιάδες χρόνια καὶ δὲν ἀπαλλάσσεται!.. Χάσατε τὶς εἰρῆνες, τὴ διάρκεια χιλιετιῶν· κ’ ἔχετε κερδίσει πάντα τή «μιά» μάχη μόνο, τὴν κεραυνοβόλο – ποὺ δόθηκε, σὰν πετροπόλεμος, στὴν Ἀθήνα καὶ στὴ Σπάρτη, στὴ Θήβα καὶ στὴν Πέλλα, δῶθε καὶ κεῖθε τοῦ ἐλάχιστου αὐτοῦ πόρου τοῦ Αἰγαίου, ποὺ τ’ ὀνομάζετε «θάλασσα» καὶ τ’ ὀνειρεύεστε «πέλαγος» καί «πόντο μέγα» καί «ὠκεανό»!.. Μὰ τί ἦταν, λοιπόν; Μιὰ σταγόνα! Ὅμως ἐσεῖς βλέπετε διαρκῶς τὸ μέγιστο μές ἀπ’ τὸ ἐλάχιστο, κι ἀπὸ τὸ ὀλίγιστο δίνετε διαρκῶς τὸ πλεῖστο – κ’ ἐξουθενώνεστε! Ἄμετροι πρωτίστως, ἐσεῖς τοῦ «μέτρου»! Στό «ἄγαν» πάντα, οἱ τοῦ «μηδέν ἄγαν». Κι ὅμως «ὅριον ἔθου…» Γι’ αὐτὸ θὰ χάνετε ἀναπόφευκτα τὶς εἰρῆνες, τραγικοί μου κατάκοποι τῶν ἐκρήξεων!..

(Ἀπό τό κείμενο Τό πρόσωπο τῆς Ἰστορίας, τοῦ βιβλίου Κριτική τοῦ Μεσοπολέμου, τοῦ Ρένου Ἀποστολίδη, Ἀθήνα, 1962, Τά Νέα Ἑλληνικά,)

V

Τί νά τούς κάνω τούς ἢρωες στόν πόλεμο;
Ἐγώ θέλω νά ζῶ καί νά δημιουργῶ σέ κατάσταση εἰρήνης.
Καί σέ κατάσταση εἰρήνης, οἱ Ἐλπήνορες, οἱ ἂνδρες τῆς ἐλπίδας –ἀπό τίς λέξεις “ἐλπίς” καί “ἀνήρ” σχηματίζεται τό ὂνομά τους–, ἀποδείχνονται τό ἀντίθετο: φορεῖς τῆς Ἀπελπισίας.
Στό χειρότερο τοῦ Ἐλληνισμοῦ κομμάτι,
στήν Ἐλλάδα ζεῖς – δέν ὑπάρχει ἐλπίς!
(Στίχοι ἀπό τό τραγούδι Κωλοέλληνες, τοῦ Διονύση Σαββόπουλου.)

ΚΡΕΜ ΜΠΟΡΝΤΟΥΡΑ

Advertisements

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google+. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...