* ΚΑΘΩΣ ΨΥΧΟΡΡΑΓΩ Ἠ Η ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ – In memoriam Jacqueline Miller

ΚΡΕΜ ΜΠΟΡΝΤΟΥΡΑ
252930_10150202211204450_5558548_n
DSC_0021
JACQUELINE ELIZABETH ANETTE MILLER
17/8/1960 – 17/5/2014

 MISSED

ΚΡΕΜ ΜΠΟΡΝΤΟΥΡΑ

Καί στή νύχτα ἀκόμα ὑπάρχει ἓνας ἣλιος
Νίτσε, Ζαρατουστρα

Ὁ θάνατος γιά τόν ὁποῖο μιλάω δέν εἶναι αὐτός πού ἀκολουθεῖ τήν πτώση σου, εἶναι αὐτός πού προηγεῖται τῆς ἐμφάνισής σου πάνω στό σκοινί. Πεθαίνεις, πεθαίνεις πρίν κάν πατήσεις ἐπάνω του. Αὐτός πού χορεύει, πεθαίνει.
Ζάν Ζενέ, Ὁ Σκοινοβάτης

Ὑπάρχουν κάποιες ἐμπειρίες πού τίς περνᾶμε χωρίς, ὃμως, νά μιλᾶμε γι’ αὐτές. Ἡ ἐμπειρία τῶν ἀκραίων καταστάσεων πρέπει νά μένει πάντα στή μνήμη μας.

Οἱ παραλληλισμοί ἀνάμεσα στόν θάνατο καί τήν ἐρωτική πράξη εἶναι παλιοί καί εἰδικά μετά τόν Μπατάϊγ ἒγιναν πολύ δημοφιλεῖς, ὃπως συνέβη καί μέ τό φροϋδικό σχῆμα Ἒρως καί Θάνατος. Προτιμῶ νά ξεκινήσω τούς συλλογισμούς μου ἀπό τήν ἐρωτική πράξη διότι, ἐπιφανειακά τουλάχιστον, εἶναι ἓνα θέμα πιό εὒκολο. Γιά τόν δικό μας πολιτισμό, ὃπως αὐτός ἀντιπαρατίθεται στόν πολιτισμό τῆς Ἀνατολῆς, ἡ ἐρωτική πράξη εἶναι πολύ λιγότερο taboo ἀπ’ ὃ,τι ὁ θάνατος. Ὁ θάνατος μᾶς ἐνοχλεῖ ἢ μᾶς τρομάζει καί παρ’ ὃλο πού στόν πολιτισμό μας δέν ὑπάρχουν πιά πολλά πράγματα πού νά ἀποτελοῦν taboo, ὁ θάνατος ἀποτελεῖ.

Ὃλοι ξέρουμε ὃτι ὑπάρχουν ἐξωτερικές καί ἐσωτερικές ἐμπειρίες, ἢ, γιά νά τό θέσουμε διαφορετικά, ὃτι ὑπάρχουν ἐμπειρίες πού μποροῦν νά μεταβιβαστοῦν καί ἐμπειρίες πού ἀποτελοῦν μνήμη καί γνώση κατακτημένη ἀπό τό σῶμα. Εἶναι ἀδύνατον νά ἐξηγήσεις τόν ὀργασμό σέ κάποιον πού δέν εἶχε ποτέ. Ἡ ἐμπειρία τοῦ ὀργασμοῦ δίνεται ἀπό τό σῶμα.

Τί ξέρουμε γιά τήν ἐρωτική πράξη; Ἡ ἐρωτική πράξη μπορεῖ νά μεταφραστεῖ σ’ αὐτό πού εἶναι τῆς μόδας νά ὀνομάζουμε “λόγο”. Μπορεῖ κάποιος νά ὁρίσει τήν ἐρωτική πράξη χρησιμοποιῶντας ἰατρικούς, στατιστικούς ἢ πορνογραφικούς ὃρους ἢ μπορεῖ νά τήν ὁρίσει μεταχειριζόμενος ἓνα τόνο ἐνδόμυχης ἐξομολόγησης. Ὃμως ὁ ὀργασμός ὡς “λόγος” εἶναι διαφορετικός ἀπό τήν ἐμπειρία πού ἒχει τό σῶμα γι’ αὐτόν. Ἡ ἐμπειρία τῆς ἐρωτικῆς πράξης μπορεῖ νά περιγραφεῖ, άλλά δέν εἶναι τό ἲδιο μέ τή γνώση αὐτῆς τῆς ἐμπειρίας. Τή γνώση αὐτήν τήν ὀνομάζω ἐσωτερική γνώση, μεταδιδόμενη μέσω τοῦ σώματος. Κι αὐτό τό θεωρῶ πολύ σημαντικό, εἰδικά μετά ἀπό ὃλες τίς ὑπαρξικές καί φαινομενολογικές λεπτολογίες, χάρη στίς ὁποῖες ἀνακαλύψαμε ὃτι μποροῦμε νά διαχωρίσουμε τόν ἑαυτό μας ἀπό τόν ἑαυτό μας καί ὃτι μποροῦμε νά κοιτάξουμε τόν ἑαυτό μας ἀπ’ ἒξω, ὃτι “εἶμαι αὐτό πού σκέφτεται τόν ἑαυτό του”. Ἀπό τήν ἂλλη μεριά, εἶναι κάποιες ἐμπειρίες γιά τίς ὁποῖες εἶναι ἀδύνατον νά ἐφαρμοστεῖ ἡ διάκριση σέ “τό ἐγώ πού σκέφτεται” καί “τό έγώ πού εἶναι ἡ σκέψη”. Ἀπό τό σημεῖο αὐτό ἀρχίζει ἡ γνώση τοῦ σώματος.

Μέ τό πέρασμα τῶν χρόνων, ὃπως ξέρουμε ὃλοι, ἀρχίζει κάποιος νά ἀναπολεῖ κάποιες ἐρωτικές ἐμπειρίες. Οἰ ἐμπειρίες αὐτές, ὃμως, ξαναγυρίζουν σάν μνήμη στίς ἂκρες τῶν δαχτύλων, σάν ἂγγιγμα, ὂχι σάν λόγος. Τό σῶμα θυμᾶται κάποιο ἂλλο σῶμα, πού τό ὁδήγησε σέ ἒντονη φυσική ἠδονή. Κι αὐτή εἶναι μιά θύμηση παράξενη, δίχως ὀνόματα καί δίχως ἒννοιες, πού λειτουργεῖ μετά ἀπό πολύν καιρό, ἀφοῦ πιά ξεχάσαμε τό πρόσωπο τοῦ ἀγαπημένου ἢ τό χρῶμα τῶν ματιῶν του. Συχνά, χρόνια μετά, ὀνειρεύεσαι ὃτι κοιμᾶσαι μέ ἓναν ξένο καί ξυπνᾶς μέ τήν πικρή γεύση τῆς ἐνοχῆς στά χείλια, διότι νιώθεις πώς ἂγγιξες κάτι πού ἀνήκε σέ κάποιον ἂλλο.

Ἓνας ὀργασμός δοσμένος ἀπό ἓνα σῶμα εἶναι ἂναρθρος λόγος, εἶναι κραυγή, ἐπιταχυνόμενος παλμός, ρίγος, ἱδρώτας. Αὐτήν τή στιγμή προσπαθῶ νά τόν μετατρέψω σέ λόγο, ξέρω ὃμως ὃτι ὑπάρχει καί μιά ὁλόκληρη διάσταση πού μένει ἀνέκφραστη. Ἡ σαρκική γνώση κατοικεῖ σ’ αὐτό πού εἶναι τό σῶμα, εἶναι ὃμως καί κάτι περισσότερο.

Ἂλλες ἐμπειρίες μποροῦμε νά τίς διαχωρίσουμε ἀπό τούς ἑαυτούς μας. Ὃταν μέ πονάει τό πόδι μου, εἶναι σάν αὐτό τό πόδι νά ἀποτελεῖ χωριστό τμῆμα μου. Νιώθω τόν πόνο, ἀλλά δέν εἶμαι τό πόδι πού πονάει. Μπορῶ νά χωριστῶ ἀπό αὐτό τό τμῆμα τοῦ ἑαυτοῦ μου. Ὃμως οἱ βαθιές ἐμπειρίες τοῦ ἒρωτα καί τοῦ θανάτου δέν χωρίζουν πιά τό “Ἐγώ” ἀπό τό “μή Ἐγώ”. Ὁ ἂνθρωπος πού αἰσθάνεται τό δάχτυλό του νά πονάει, δέν εἶναι ἁπλῶς ἓνα ἂτομο “πού τό δάχτυλό του πονάει”. Εἶναι πέρα ἀπό τό δάχτυλο καί πέρα ἀπό τόν πόνο. Στήν έρωτική πράξη ὃμως αὐτή ἡ διάκριση δέν ὑπάρχει.

Ἡ ἐξωτερική καί ἡ έσωτερική ἐμπειρία εἶναι χωρισμένες. Ἡ ἐμπειρία πού μπορεῖ νά κοινοποιηθεῖ στό μεταίχμιο τοῦ λόγου (ὃλη ἠ λογοτεχνία ἂλλωστε μιλάει γιά ἒρωτα, γιά ἐρωτισμό, γιά θάνατο…) καί ἡ ἐμπειρία πού τή μετατρέπουμε σέ λόγο – γνωρίζοντάς την ὃμως μέ βεβαιότητα ὡς μνήμη κωδικοποιημένη στό σῶμα. Αὐτόν τόν τῦπο ἐμπειρίας εἶναι ἀδύνατον νά τόν χωρίσεις ἀπό τόν ἑαυτό σου. Τό μόνο πού μπορεῖ κάποιος νά περιγράψει εἶναι αὐτό πού μπορεῖ νά τό θέσει ἐκτός τοῦ ἑαυτοῦ του.

Ὑπάρχει ἀκόμα καί ἡ ἀκόλουθη, πολύ οὐσιαστική, διάκριση μεταξύ τοῦ δικοῦ μου καί τοῦ δικοῦ του. Γιά παράδειγμα, ἀκόμα καί ὃταν σέ πονάει τό ἲδιο τό πόδι σου, μπορεῖς πάντα νά φανταστεῖς αὐτόν τόν πόνο ὡς πόνο κάποιου ἂλλου. Τίς διάφορες πράξεις πού ἐκτελοῦμε ἐμεῖς οἱ ἲδιοι μποροῦμε νά τίς δοῦμε ὡς πράξεις κάποιων ἂλλων – τό φαγητό, ἀκόμα καί τό γράψιμο. Ἀπό τήν ἂλλη μεριά, ὑπάρχουν ἐμπειρίες ὂπου ἡ ἀλλοτρίωση ἀπό τόν ἑαυτό μας εἶναι ἀδύνατη. Τότε πού τό σῶμα καί ἡ ψυχή εἶναι ἓνα. Ὃταν δέν μπορεῖς πιά νά ἐλευθερώσεις τόν ἑαυτό σου ἀπό τόν ἑαυτό σου, ἡ ἐμπειρία σου δέν εἶναι πιά ἐμπειρία κάποιου ἂλλου.

Ἐξ αἰτίας κάποιων πρόσφατων γεγονότων στή ζωή μου, ἀπέκτησα μιά ἐμπειρία σπάνια. Εἶναι σπάνιο νά ζήσεις ἓνα συνειδητό ψυχορράγημα καί νά μήν πεθάνεις. Ἀμέσως μετά ἀπό μιά τέτοια ἐμπειρία ἀρχίζει νά δρᾶ μιά ἰσχυρή διαδικασία ἀπώθησης. Τό ξεχνᾶς ἢ δέν θέλεις νά τό σκέφτεσαι. Χρειάζεται, φαίνεται, κάποιο κουράγιο, ἀκόμα καί κάποια ἀρετή γιά νά συλλογίζεσαι τό ψυχορράγημα. Mors interrupta / Διακεκομμένος θάνατος: Ἐνεστώς διαρκείας.

Διότι, τί εἶναι ὁ θάνατος; Στό ἐπίπεδο τοῦ λόγου ὃλοι γνωρίζουμε ὃτι θά πεθάνουμε. Κάθε θάνατος, ἀκόμα καί ὁ πιό ὀδυνηρός, εἶναι θάνατος κάποιου ἂλλου, ὂχι ὁ δικός μας. Ὃταν σκεφτόμαστε τόν δικό μας θάνατο, τόν σκεφτόμαστε σάν λόγο, σάν ἀφαίρεση, ἢ ὀπτικά, σάν ταινία ἢ σάν video. Αὐτό πού συνήθως μᾶς εἶναι ἀνεκτό εἶναι ἡ φαντασίωση τοῦ νά κοιτᾶμε τόν ἑαυτό μας νεκρό ἢ νά παρακολουθοῦμε τήν κηδεία μας. Καί τότε, βέβαια, θεώμεθα τόν θάνατό μας σάν θάνατο κάποιου ἂλλου. Ἡ συνήθεια τοῦ νά βλέπουμε ὃλους τούς θανάτους ὡς θανάτους ἂλλων καί τοῦ νά σκεφτόμαστε τόν δικό μας θάνατο μέ τόν ἲδιο τρόπο πού σκεφτόμαστε τό πονεμένο πόδι ἓνός ἂλλου, δέν μᾶς ἐμποδίζει νά γευτοῦμε τήν ἐμπειρία ἑνός σωματικοῦ θανάτου, ὃταν δέν μποροῦμε πιά νά διχαστοῦμε, ὃταν δέν ἰσχύει πιά τό “πεθαίνω ὡς κάποιος ἂλλος”. Σ’ αὐτήν τήν περίπτωση, ἡ διαφυγή πρός τόν λόγο ἢ τήν imago δέν εἶναι ἐφικτή. Αὐτό ὑπάρχει μέσα μου. Δέν μπορῶ νά τό διαχωρίσω ἀπό τόν ἑαυτό μου.

Ἒζησα αὐτήν τήν ἐμπειρία τέσσερεις φορές, ἀλλά τήν τελευταία, τό ψυχορράγημα διήρκεσε πολύ καί ξέροντας ὃτι αὐτό ἦταν τό τέταρτο ἒμφραγμα, δέν μποροῦσα νά ἀποκλείσω τήν πιθανότητα νά φτάσω μέχρι τό τέλος. Καί τότε μπόρεσα νά γνωρίσω ὂχι μόνο ὃτι θά πεθάνω, ἀλλά καί πῶς θά πεθάνω. Ἢξερα ὃτι θά πεθάνω σ’ αὐτόν τόν σπασμό. Δέν μποροῦσα νά διαχωρίσω τόν ἑαυτό μου ἀπό τό ψυχορράγημα. Δέν μποροῦσα νά πῶ: “Ὁ Γιάν πεθαίνει”, μέ τόν ἲδιο τρόπο πού ἒλεγα: “Τό πόδι τοῦ Γιάν πονάει.” Ἲσως γιατί ὁ πόνος ἐνός ἐμφράγματος εἶναι ξεχωριστός. Οἱ ἂνθρωποι πού ὑποφέρουν ἀπό ἂλλες θανατηφόρες ἀσθένειες χάνουν συχνά τίς αἰσθήσεις τους, ἀλλά μιά καρδιακή προσβολή σοῦ δίνει ὃλον τόν χρόνο νά συλλογιστεῖς, ὣστε νά πεθάνεις ἐν πλήρει συνειδήσει.

Ἡ πρώτη καρδιακή προσβολή μου, πρίν ἀπό τέσσερα χρόνια, στήν Πολωνία, ἦταν σχεδόν ἀνώδυνη. Ἡ δεύτερη συνοδεύτηκε ἀπό ἓνα κλινικό θάνατο. Ἒχασα τίς αἰσθήσεις μου καί μόνον ὃταν ἒφτασε πιά τό πρωί, εἶδα στό στῆθος τά ἲχνη άπό τά ἠλεκτροσόκ. Μέ ρώτησαν τί θυμόμουν. Κάποιοι ἂνθρωποι πού συνῆλθαν μετά ἀπό ἓνα κλινικό θάνατο μιλᾶνε γιά ἓνα πέταγμα. Ἐγώ θυμᾶμαι μόνο μιά παράξενη αἲσθηση, σάν κάποιος νά μοῦ τρυποῦσε τούς λοβούς τῶν αὐτιῶν γιά νά μοῦ περάει σκουλαρίκια. Στήν τελευταία προσβολή, τήν τόσο ἐπώδυνη καί διαρκή, ἀπό τίς τρεῖς τό ἀπόγευμα μέχρι τίς τέσσερεις τό πρωί, δέν μποροῦσα νά διαχωρίσω τόν ἑαυτό μου ἀπό τό σῶμα μου. Μέ τόν ἲδιο τρόπο πού τό δέρμα μας ἀναθυμᾶται τί εἶναι ἡ ἐρωτική πράξη, μέ τόν ἲδιο τρόπο ἒχω κωδικοποιήσει μέσα μου τί εἶναι ὁ θάνατος, ὂχι ὡς θάνατος κάποιου ἂλλου, ἀλλά ὡς ὁ δικός μου. Εἶναι δύσκολο νά πεῖς ὃτι αὐτό εἶναι ἁπλῶς μιά σωματική ἐμπειρία: σέ μιά τέτοια στιγμή εἶναι ἀνέφικτο τό νά διαχωρίσεις τόν ἑαυτό σου σέ σῶμα καί σέ κάτι πού δέν εἶναι σῶμα. Καί μέσα σ’ αὐτόν τόν διαπεραστικό πόνο πού σκίζει τήν καρδιά, γνωρίζεις ὃτι ἒτσι εἶναι. Καθώς δέν ἒχω ἂλλη ἐκλογή, μετατρέπω τήν ἐμπειρία σέ λόγο, ξέροντας ὃμως ταυτόχρονα ὃτι αὐτό εἶναι δυνατό μέχρι ἓνα ὁρισμένο σημεῖο. Εἶναι κωδικοποιημένο ἀλλοῦ.

Ἒχω ὑποστεῖ μιά ἐγχείρηση στούς πνεύμονες καθώς καί ἂλλες ἐγχειρήσεις στή ζωή μου καί πάντοτε ἢμουν ἱκανός νά διατηρῶ κάποια ἀπόσταση ἀπό τόν ἑαυτό μου. Ὀ στηθικός πόνος, πού εἶναι ὁ πόνος τοῦ καρδιακοῦ μυῶνος, εἶναι τέτοιος ὣστε εἶναι ἐσύ, εἶναι τό ἲδιο τό κέντρο τῆς ὒπαρξής σου. Στήν ἐρωτική πράξη καί στόν θάνατο ἡ ἒκσταση καί ὁ πόνος ἀγγίζουν τά ἂκρα. Πεθαίνεις ὡς ὁ ἑαυτός σου, ἀλλά μαζί σου πεθαίνει καί ὁ κόσμος. Πεθαίνω μέσα σέ κάτι πού δέν εἶναι ἁπλῶς ἐγώ. Ἂν ἢθελα νά χρησιμοποιήσω κάποια μεγαλορρημοσύνη θά ἒλεγα: Πεθαίνω στόν κόσμο. Γιατί ὁ κόσμος πεθαίνει μαζί μου. Ὃταν νιώθεις ἓναν πόνο πού βουλιάζει τήν καρδιά, τότε τό πᾶν χάνεται μαζί μέ τόν πόνο. Δέν μποροῦμε νά μιλᾶμε γιά τόν θάνατο ὡς ἀνακούφιση. Ὑπάρχει ὁ φόβος τοῦ μή ὂντος. Δηλαδή τῆς ἀπουσίας. Σέ ἓναν ἒντονο ὀργασμό ὑπάρχει ἡ ἲδια αἲσθηση τῆς ἀναχώρησης, τῆς ἐξαφάνισης, τῆς ἀποσκίρτησης. Ὃλα αὐτά, μεταφρασμένα στή γλῶσσα τοῦ λόγου, εἶναι ἀκατανόητα ἢ ἀσαφή, ἀλλά ἡ οὐσιαστική στιγμή εἶναι ὃταν ὁ ἂνθρωπος, ὡς σῶμα, χάνει τόν ἑαυτό του, έξαφανίζεται, ἀναχωρεῖ. Τό ψυχορράγημα εἶναι μιά συνέχεια. Ὀ όργασμός εἶναι μιά κορύφωση: ἡ ἀσυνέχεια. Οἱ Γάλλοι λένε τόν ὀργασμό “μικρό θάνατο” – “Πεθαίνω”, ὁ ἐνεστώς διαρκείας ἀρθρωμένος, στή λογοτεχνία τουλάχιστον, ἀπό μιά γυναίκα στήν πάλη της μέ τόν ὀργασμό. Εἶναι ἡ στιγμή πού διαλύεσαι μέσα σε κάτι πού δέν εἶναι ἐσύ, μέσα σ’ αὐτό τό ἂλλο πρόσωπο, ὃμως αὐτός ὁ ἂλλος εἶναι ταυτὀχρονα “ὁ ἂλλος κόσμος”. Μέσα σ’ αὐτήν τήν ἐμπλοκή εἶναι μαζί τό ὃλον καί ὁ ἂλλος, ὁ ὁποῖος εἶναι τμῆμα τῆς ἲδιας σου τῆς σάρκας. Τά ὃρια τῆς σάρκας ἐξαλείφονται.

Στόν ὀργασμό καί στόν θάνατο τό σῶμα εἶναι ἀνοιχτό. Παύει νά εἶναι ἓνα κλειστό σακί ἀπό ἀδιάφανο, ἀδιαπέραστό δέρμα. Ἐμπεριέχεσαι στήν καρδιά τοῦ ἂλλου, ὃπως ἐμπεριέχεσαι καί στό κοσρμί του. Καί τό κορμί ἒχει γυρίσει τά μέσα ἒξω σάν γάντι. Ρέει, σάν τόν ἰδρώτα, σάν ὃλα τά ὑγρά τοῦ ἒρωτα καί τοῦ θανάτου. Ἡ καρδιά δέν εἶναι ἁπλῶς ἓνας σάκος πού ἀντλεῖ αἷμα, ἡ καρδιά φέρει τά σημάδια τοῦ δικοῦ της ἐρᾶν καί θνήσκειν μέχρι τήν τελική μέρα. Ἡ καρδιά εἶναι ταυτόχρονα τό σημαῖνον καί τό σημαινόμενο, τό σύμβολο καί τό ἀντικείμενο ἀναφορᾶς του. Ἡ ἀντλία καί ὀ ἒρωτας εἶναι ἓνα καί τό αὐτό.

Στό Συμπόσιο τοῦ Πλάτωνα, ὁ μισο-πικρός, μισο-ἀστεῖος λόγος τοῦ Ἀριστοφάνη περιέχει κάποιες καταπληκτικές ἀποκαλύψεις. Στήν ἀρχή, ὃλοι ἢμασταν σφιχταγκαλιασμένα ζευγάρια: γυναίκα καί ἂντρας, γυναίκα καί γυναίκα, ἂντρας καί ἂντρας. Τά ζευγάρια αὐτά ἦταν ἑνωμένα, εἶχαν τέσσερα πόδια, τέσσερα χέρια καί δύο πρόσωπα. Ὓστερα, αὐτά τά ζευγάρια διχάστηκαν. Αὐτό εἶναι ἡ πλευρά τῆς φάρσας στήν ἱστορία. Ὃμως ἡ ἰδέα ὃτι αὐτά τά ἀποκομμένα σώματα λαχταροῦν τό ἓνα τό ἂλλο δέν εἶναι τόσο φαρσική, εἶναι μᾶλλον τραγική. Τί εἶναι αὐτό πού λαχταράει τόν ἑαυτό του σ’ αὐτόν τόν χωρισμό; Ὀ πόθος προκαλεῖται ἀπό κάτι πού προϋπῆρχε. Ὃλοι ξέρουμε, ἀπό πείρα, ὃτι ὃταν κάποιος εἶναι ἐρωτευμένος, μοιάζει νά βρίσκεται μέσα σέ μιά κατάσταση ἐπιβεβλημένη ἀπ’ ἒξω. “Εἶμαι ἐρωτευμένος” – εἶναι μιά παθητική συνθήκη. Μᾶς κινητοποιεῖ κάτι ἐξωτερικό. Συνήθως λέμε ὃτι οἱ ἂνθρωποι ἦταν προορισμένοι ἢ ταγμένοι ἢ σημαδεμένοι ὁ ἓνας γιά τόν ἂλλο. Ἡ ἐπιθυμία ὁρίζεται σέ ἓνα κλάσμα τοῦ δευτερολέπτου καί γεννιέται ἀπό ἓνα βλέμμα πού ἀποκαλύπτει τήν ψυχή καί τό σῶμα. Αὐτόν τόν πόθο τόν λέμε Ἒρωτα. Ὀ Ἒρωτας εἶναι δεδομένος.

Ἀλλά τί εἶναι, τί δόθηκε; Στό σημεῖο αὐτό διακρίνω τή βαθύνοια τοῦ Ἀριστοφάνη. Τά ζευγάρια ὑπῆρξαν κάποτε ἓνας ἂνθρωπος, μά κατόπιν διαχωρίστηκαν. Ἀναζητοῦν ὁ ἓνας τόν ἂλλο, βρίσκουν ὁ ἓνας τόν ἂλλο ἢ ἀκόμα νιώθουν τήν ἀνάγκη νά δοῦν ὁ ἓνας τόν ἂλλο ξανά. Αὐτό ἒχει κωδικοποιηθεῖ μέσα στό κορμί τους. Σ’ αὐτήν τήν παραβολή. ἡ ἀσυνείδητη γνώση τοῦ σώματος προϋποτίθεται. Τά σώματα διχάστηκαν καί πιά ἀναζητοῦν τό ἓνα τό ἂλλο. Ξέρουμε, ὃμως, ὃτι ὁ Ἒρως εἶναι ἀκόμα πιό βαθύς ἀπό τή μνήμη τῆς σάρκας.

Χρησιμοποιοῦμε δύο ὃρους ἀναφορικά μέ τό ἐρωτικό: ἒρωτας καί ἀγάπη. Σέ ὁλόκληρη τήν ἑλληνική καί τή ρωμαϊκή παράδοση χρησιμοποιοῦνται οἱ λέξεις ἒρωςamor καί ἡ κάθε μία ἀπό αὐτές ἐμπεριέχει καί τούς δύο ὂρους. Τό οὐσιαστικό εἶναι ὃτι ἡ ἀνάγκη, ὁ πόθος, δίνονται ἀνεξάρτητα ἀπό τήν ἐξωτερική συνθήκη, εἶναι ἒμφυτα, εἶναι μιά συνέπεια. Πρόκειτα, ταυτοχρόνως, γιά τήν ἀνάγκη νά ἑνωθοῦν τά σώματα καί γιά τήν ἀνάγκη νά ἑνωθοῦν οἱ ψυχές. Στά μαθήματά μου εἰσήγαγα κάποτε τήν ἒννοια τῶν ψυχο-σωμάτων ἢ τῶν σωματο-ψυχῶν, πού ἀπελπισμένα ἀναζητοῦν τό ἓνα τό ἂλλο. Πού σημαίνει ὃτι αὐτό πού βρίσκεται κωδικοποιημένο μέσα στό σῶμα –ἀνάγκη καί λαχτάρα–, εἶναι, ἐπίσης, ψυχή. Μέσα στόν Ἒρωτα τά ψυχο-σώματα εἶναι ἀδιαχώριστα.

Στήν ἐμπειρία τοῦ θανάτου, στήν πραγματική ἐμπειρία τοῦ ψυχορραγήματος, ξέρεις ὃτι πεθαίνεις ὡς ψυχό-σωμα. Δέν ἒχω καμμία ἀμφιβολία γι’ αὐτό. Ὃταν ἡ καρδιά πονάει, καί πονάει τόσο ἒντονα, τότε πονάει τό ψυχό-σωμα ἢ ἡ σωματο-ψυχή. Ἲσως γι’ αὐτό ἡ καρδιά νά εἶναι τό σημεῖο τοῦ ἒρωτα – νιώθω νά ὑπάρχει ἐδῶ μιά βαθειά σοφία. Καί ὁ θάνατος – πεθαίνεις μόνος μέσα στόν κόσμο. Εἶσαι ἐρωτευμένος μέ κάποιον καί χάνεις τά ἲδια τά ὃρια τῆς σάρκας σου. Ἀλλά πεθαίνεις μέσα σέ κάτι πού δέν εἶναι ἁπλῶς ἐσύ, γιατί πεθαίνεις μαζί του, μέ τό κάθε τί γύρω σου. Ἡ ψυχή καί τό σῶμα εἶναι ἀξεδιάλυτα δεμένα μεταξύ των.

“Ἡ ψυχή πέταξε ἀπό τό κορμί”, λέει ἓνα λαϊκό πολωνικό τραγούδι. Ἡ δική μου ἐμπειρία εἶναι διαφορετική. Στο ψυχορράγημά μου, εἶναι τό σῶμα πού ἀπομακρύνεται ἀπό τήν ψυχή. Μόνο ἡ καρδιά, μέσα σέ ἒναν μεγάλο σπασμό πόνου, ἁρπάζεται ἀπό τήν ψυχή μέχρι τό τέλος.

“Ὃταν ἡ ψυχή φεύγει ἀπό τό σῶμα”, ἒγραψε ὁ Ραβίνος Ἐλιέζερ τόν ὂγδοο αἰώνα, “μία κραυγή ἁπλώνεται ἁπό τή μία ἂκρη τοῦ κόσμου στήν ἂλλη, μά ἡ φωνή δέν ἀκούγεται”.

Jan Kott

Front Cover

Σημείωση: Τό δοκίμιο αὐτό τοῦ κορυφαίου Πολωνοῦ κριτικοῦ Θεάτρου καί δοκιμιογράφου Jan Kott περιέχεται στή συλλογή δοκιμίων του Ἡ μνήμη τοῦ σώματος. Δοκίμια πάνω στό Θέατρο καί στόν Θάνατο. Ἡ μετάφρασή του από τά Πολωνικά στ’ Αγγλικά ἒγινε ἀπό τή Lillian Vallee. Ἡ μετάφραση ἀπό τ’ Ἀγγλικά στά Ἑλληνικά ἒγινε ἀπό τίς Ἓλενα Πατρικίου καί Ἑλένη Παπάζογλου καί περιέχεται στή συλλογή δοκιμίων Ἓνα θέατρο ούσίας, ἐκδόσεις Χατζηνικολή.

Ένα θέατρο ουσίας

 ΚΡΕΜ ΜΠΟΡΝΤΟΥΡΑ

Advertisements

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google+. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...