* “ΟΛΟΙ ΑΓΑΠΟΥΝ ΤΑ ΤΡΑΥΜΑΤΑ ΤΟΥΣ.” Ἡ αὐτοβιογραφική ἀφήγηση τοῦ ἐκδότη τῆς “Δωδώνης” Βαγγέλη Λάζου

ΚΡΕΜ ΜΠΟΡΝΤΟΥΡΑ
Πρίν ἀπό πολλά χρόνια εἶχα ζητήσει ἀπό τόν Βαγγέλη Λάζο νά μοῦ ἀφηγηθεῖ, μέσω ἐρωτήσεων, τήν ἐπαγγελματική ζωή του, γιά νά τήν ἀθανατίσω σέ ἓνα βιβλίο. Μέ δεδομένα τό τεράστιο ἐκδοτικό ἒργο του, τή ὑπέροχη φήμη του ὡς ἐπαγγελματία μέσα στήν ἀγορά τοῦ ἑλληνικοῦ βιβλίου, τήν ἐξαιρετική ἀνθρώπινη ποιότητά του καί τή μεγάλη καρδιά τοῦ γλεντζέ, ἒκρινα ὃτι ἂξιζε πλήρως τήν ἀθανασία μέσω τῶν λέξεων αὐτός ὁ κορυφαῖος Ἓλληνας ἐκδότης.
Πέρασαν άρκετά χρόνια μέχρι νά μοῦ ἀπαντήσει καταφατικά.

Τό Καλοκαίρι τοῦ “Συντάγματος” (2011), τρία χρόνια πρίν, δουλέψαμε μέ συνέπεια και, ὓστερα, ἐπεξεργάστηκα δραματουργικά καί λογοτεχνικά τίς ἀπαντήσεις του στίς ἐρωτήσεις μου, τίς ὁποίες, τελικῶς, ἀφήρεσα ἀπό τό κείμενο.
Τόν Σεπτέμβριο, τό βιβλίο ἦταν ἓτοιμο.

Ἀλλά ἡ ἀξιοπρέπεια, ἡ ἐντιμότητα καί ἡ ὑπερηφάνεια τοῦ Λάζου μέ σταμάτησε: Ἢθελε νά ἐκδόσει τό βιβλίο μέ δικά του χρήματα…
Ἒπειτα ἦρθε ἡ ὀδυνηρή περιπέτεια τῆς ὑγείας του…

ΚΡΕΜ ΜΠΟΡΝΤΟΥΡΑ

Κωνσταντῖνος Θεμελῆς, Βαγγέλης Λᾶζος, σέ γλέντι στή Στοά τοῦ Βιβλίου, στίς  9/4/1997. Ἀρχεῖο Β. Λάζου.

Κωνσταντῖνος Θεμελῆς, Βαγγέλης Λάζος σέ γλέντι, στή  Στοά τοῦ Βιβλίου. (Ἀρχεῖο Β. Λάζου.)

Ἀπό τό βιβλίο
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΘΕΜΕΛΗ΄
ΟΛΟΙ ΑΓΑΠΟΥΝ ΤΑ ΤΡΑΥΜΑΤΑ ΤΟΥΣ
Ἡ αὐτοβιογραφική ἀφήγηση τοῦ ἐκδότη τῆς “Δωδώνης” Βαγγέλη Λάζου
τό ὁποῖο ἑτοιμάζεται

προδημοσιεύω σήμερα μερικά ἀποσπάσματα.
ΚΡΕΜ ΜΠΟΡΝΤΟΥΡΑ
Η ΟΥΛΗ

Ἡ πληγή θρέφει, τά χείλια της σμίγουν
ἀργά σάν αὐλαία βυσσινιά κι ὓστερα ἀπό
χρόνους στή θέση της μένει ἓνα σημάδι,
μιά ρόδινη οὐλή πού σκύβει καί τή φυλάει.
Ὃλοι τ’ ἀγαποῦν τά τραύματά τους. Τά
κρύβουν μέ ὡραῖα ἀτσαλάκωτα
ὑφάσματα, ξέρουν ὃμως σέ πιά μεριά
τοῦ κορμιοῦ τους ἂνθισαν, μαράθηκαν,
ἒφαγαν δέρμα καί κρέας δικό τους.
Γι’ αὐτό καί τ’ ἀγαποῦν καί, σέ ὣρες
μοναξιᾶς πού κανείς δέν τους βλέπει,
σκύβουν καί μέ λατρεία τά φυλοῦν τά
βαθιά, σκοτεινά τραύματά τους.

Ἐ. Χ. Γονατᾶς, Ἡ κρύπτη

ΚΡΕΜ ΜΠΟΡΝΤΟΥΡΑ

                                   Ὁ νεκρός πού θυμᾶμαι

Γεννήθηκα ξημερώματα τῆς 28ης Ὀκτωβρίου 1940, στόν κάμπο τῆς Στρατίνιστας – ἡ μάνα μου ἦταν στόν κάμπο, στό χωράφι. Στό τέλος Ὀκτωβρίου οἱ γυναῖκες μάζευαν τά καλαμπόκια. Δέν εἶχε τήν πολυτέλεια νά καθήσει στό σπίτι γιά νά γεννήσει. Πῆγε στό χωράφι γιά δουλειά καί… ὃ,τι γίνει. Ἂλλωστε εἶχε γεννήσει ἓξι παιδιά πρίν ἀπό μένα. Τή βοήθησαν ἂλλες γυναίκες τοῦ χωριοῦ, πού δούλευαν ἐκεῖ κοντά.
Στό χωριό διαδόθηκε, ἀπό τίς φωνές ἑνός πρώτου ἑξαδέρφου, ὃτι ἡ Κωσταλάζαινα ἒκανε παιδί !

Μετά τούς Ἰταλούς, οἱ Γερμανοί ἒκαψαν τό χωριό τόν Δεκαπενταύγουστο τοῦ 1944. Θυμᾶμαι τή μάνα μου –πρίν καοῦν ὃλα–, ἒβγαζε τό στάρι ἀπό τ’ ἀμπάρι καί τό ἂπλωνε σέ κουρελοῦδες καί κουβέρτες γιά νά στεγνώσει, ὣστε νά μπορεῖ νά τό ἀλέσει καί νά ἒχουμε νά φᾶμε. Πῶς τά κατάφερνε μέ τόσα παιδιά, κήπους, ἀμπέλι, στάρια, καλαμπόκια, πόλεμο – τή χάναμε ἀπό τίς τέσσερεις τό πρωΐ.

Στήν ἠλικία τῶν ἓξι χρόνων, ὃταν ἂρχισα νά καταλαβαίνω, ἒζησα τό πρῶτο τραγικό γεγονός τῆς ζωής μου.

Φεύγοντας οἱ Γερμανοί, ἂφησαν πίσω του ἓνα χωριό καμένο  καί γεμᾶτο σφαῖρες –ὂχι κάλυκες, σφαῖρες γεμᾶτες μπαρούτι–, χειροβομβίδες, νάρκες… Ἦταν Ἰούνιος – τό θυμᾶμαι ἀπό τά κεράσια, πού σ’ ἐμᾶς ἀργοῦν νά γίνουν. Παίζαμε· κάποια παιδιά παίζαμε πίσω ἀπό τό πατρικό μου σπίτι. Βρήκαμε μιά χειροβομβίδα. Πρίν προλάβουμε νά «παίξουμε» μαζί της –καί, πιθανότατα, νά σκοτωθούμε ὁμαδικά–, τήν κρύψαμε μέσα σέ μιά θεμωνιά[1], διότι οἱ μανάδες μᾶς φώναξαν γιά φαγητό.

Μετά τό φαγητό, ἐγώ μέ τήν ἀνεψιά μου τήν Ἀρετή πήγαμε στήν ἂλλη ἂκρη τοῦ χωριοῦ, στό σπίτι μιᾶς πρώτης ἐξαδέρφης, γιά νά φᾶμε κεράσια.
Ἀκούσαμε μιά ἰσχυρή ἒκρηξη.
Ὁ Ἠρακλῆς Κωτσίνης, μέ τόν ὁποῖο παίζαμε μαζἰ πρίν, κομματιάστηκε ἒξω ἀπό τήν πόρτα τοῦ ὀντᾶ[2] τοῡ σπιτιοῡ του. Εἶχε πάρει τή χειροβομβίδα ἀπό τή θεμωνιά καί καθώς τή χτυποῦσε… – τόν εἶδα μέ τά σπλάχνα χυμένα μπροστά του· πέντ’-ἓξι χρονῶν παιδάκια αὐτός κι ἐγώ.
Κλονίστηκα.

Εἶχα δεῖ νεκρούς· Ἰταλούς στρατιῶτες, πρός τήν πλευρά τοῦ Κερασόβου, διότι ἀκολουθοῦσα τή μάνα μου στά χωράφια. Ἢμουν ζερζεβούλης[3], δέν καθόμουν στό σπίτι, ἢθελα τή μάνα. Ἂλλωστε τόν πατέρα μου τόν γνώρισα πολύ ἀργότερα, τό 1948.

* * * * *
[1] Θημωνιά (Ὁ Λάζος χρησιμοποιεῖ τήν ἐκδοχή «θεμωνιά»): Πυραμίδα φτιαγμένη ἀπό δεμάτια θερισμένων σταχυῶν.

[2] Ὀντᾶς: Ἐξελληνισμένη, δηλαδή καί ἑλληνική, ἡ τουρκική λέξη oda. Στήν τουρκική γλώσσα ἒχει πολλές σημασίες. Ἡ βασική της, ἀπό τήν ὁποία δημιουργοῦνται οἱ ἂλλες, εἶναι ἰδιαίτερο δωμάτιο γιά τήν ὑποδοχή τῶν ξένων.

[3]  Ἑλληνισμένη ἡ ἐβραϊκή λέξη Βεελζεβούλ, πού εἶναι τό ὂνομα τοῦ Διαβόλου στήν Καινή Διαθήκη. Αὐτή, μέ τή σειρά της, άποτελεῖ ἐξεβραϊσμό τῆς λέξης Βάαλ-Ζεβούβ τῶν Φοινίκων, ἡ ὁποία σημαίνει ΘεόςΚύριοςἊρχοντας τῶν Μυγῶν (τῶν μυιῶν, οἱ ὁποῖες μεταφέρουν τά μιάσματα, δηλαδή κάθε τί πού μολύνει κάποιον ἢ κάτι μέ τό Κακό – ἐξαιρετικά εὒστοχη ἡ ὀνομασία τῶν Φοινίκων!)
Παραθέτω, ἐπ’ εὐκαιρίᾳ: «Ἒλεγε ὁ Ἀλμπέρ Καμύ στόν Ζάν Γκιτόν: ‘Αὐτός δέν ἒχει σκοτώσει ποτέ οὒτε μύγα’. Καί ὁ Γκιτόν ἀπαντοῦσε: ‘Ἡ μύγα πού δέν σκότωσε, μετέφερε κάπου ἀλλοῦ τήν πανώλη.᾿» (Βίκτωρ Ἀναγνωστόπουλος-Μελκιάδες, Ὁ πιο δυνατός μῦς εἶναι ἡ καρδιά, σελ. 254, ἐκδόσεις «Δωδώνη».)
Στή λαϊκή ἑλληνική γλώσσα ἡ λέξη ζερζεβούλης χρησιμοποιεῖται γιά νά χαρακτηρίσει ἓνα μικρό ἀγόρι ὃταν αὐτό εἶναι ἂτακτο, ἀνυπάκουο, ζωηρό –  σάν νά λένε διαβολάκος. Εἶναι πολύ ἀφελής, πολύ «ἀθώα», πολύ χαριτωμένη ἡ χρήση τῆς λέξης. Ἀντιθέτως, οἱ Ἂγγλόφωνοι χρησιμοποιοῦν τήν ἀκριβή μετάφραση τοῦ Βάαλ-Ζεβούβ γιά νά χαρακτηρίσουν ἓνα μικρό παιδί πού πράττει κάτι κακό – «Εἶναι Lord of the Flies» (Ἂρχοντας τῶν Μυγῶν), λένε. Διαβάστε τό ὁμότιτλο συγκλονιστικό μυθιστόρημα τοῦ William Golding ὃσοι ἀρέσκεστε νά χρησιμοποιεῖτε, ὑποκρινόμενοι, τήν ὑποτειθεμένη «ἀθωότητα» τῶν παιδιῶν. Δεῖτε τή μεταφορά τοῦ μυθιστορήματος στόν Κινηματογράφο ἀπό τόν Peter Brook, ὁ ὁποῖος, δουλεύοντας μέ παιδιά σ’ ἓνα μικρό νησί τοῦ Πουέρτο Ρίκο γιά τά γυρίσματα τῆς ταινίας, κατέληξε, στό κείμενο πού ἐγραψε γι’ αὐτήν: «Ἡ ἐμπειρία μου ἒδειξε ὃτι ἡ μόνη διαστρέβλωση (τῆς πραγματικότητας) στήν ἱστορία τοῦ Golding εἶναι τό χρονικό διάστημα πού χρειάζεται γιά τήν κάθοδο (τῶν παιδιῶν) στήν κτηνωδία. Ἡ δράση του διαρκεῖ περίπου τρεῖς μῆνες. Πιστεύω ὃτι ἐάν ἀφαιρέσουμε ἀπό τό μπουκάλι τό πῶμα τῆς συνεχοῦς παρουσίας τῶν ἐνηλίκων (στή ζωή τους), ἡ πλήρης καταστροφή θά μποροῦσε νά ἐκδηλωθεῖ μέσα σ’ ἓνα μακρύ Σαββατοκύριακο.» Peter Brook, The shifting point (Τό μετακινούμενο σημεῖο), ἐκδόσεις Methuen, Λονδίνο, 1988, σελ. 198. Ἡ μετάφραση τοῦ ἀποσπάσματος εἶναι δική μου. Τό βιβλίο κυκλοφορεῖ στά Ἑλληνικά ἀπό τίς ἐκδόσεις «Βιβλιοπωλεῖον τῆς ‘Ἑστίας’», μέ τίτλο Ἓνας ἂλλος κόσμος, σέ μετάφραση Ἑλένης Καραμπέτσου.)

……………………………………………………………………………………….

    Ἡ συνάντηση μέ τόν πατέρα σέ μιάν «αὐλή τῶν θαυμάτων»

Ἒπειτα ἀπό μερικούς μῆνες, κάποια μέρα τοῦ Αὐγούστου, ἒφυγα ἀπό τά Γιάννενα μ’ ἓνα φορτηγὀ τοῦ πρακτορείου «Νίκας» κι ἒφτασα στήν Ἀθήνα – ὡς ἀσυνόδευτο· ὁ ὁδηγός κι ἐγώ.

Στήν Ἀθήνα ἦταν ἢδη ὁ πατέρας, ἡ Κατερίνα (ἒχει πεθάνει), ἡ Ἑλένη (ἒχει πεθάνει) καί ὁ Βασίλης, ὁ ὁποῖος ζεῖ. Ἡ Βασίλω ἒμεινε στα Γιάννενα μέχρι τό ’49, ὃταν τελείωσε ὁ Ἐμφύλιος και ὁ ἂντρας της κατέβηκε ἀπό τό Βουνό. Ἒπειτα ἦρθε οἰκογενειακῶς στήν Ἀθήνα. Δύο ἂλλα ἀδέρφια, ἡ Μαρία καί ὁ Δημήτρης, εἶχαν πεθάνει μικρά ἀπό θερμασιά[1]. Ἐγώ  γεννήθηκα τελευταῖος.

Μέ παρέλαβε ἡ ἀδερφή μου ἡ Ἑλένη, ἡ μοδίστρα. Μέ ὁδήγησε στό σπίτι, πού βρισκόταν πίσω ἀπό τόν κινηματογράφο «Δελφοί», κοντά στή μάντρα τοῦ Ἀττίκ. Μπῆκα σέ μιάν αὐλή καί εἶδα στή σειρά ἑφτά-ὀχτώ δωμάτια – στά ὁποῖα ἒμεναν ἂλλοι ἀπό τά Τρίκαλα, ἂλλοι ἀπό τήν Κρήτη… Τό «σπίτι» μας ἦταν ἓνα ἀπό αὐτά τά δωμάτια. Εἶχε δύο μεγάλες καργιόλες[2], στίς ὁποῖες κοιμόνταν καί οἱ δύο οἰκογένειες – τοῦ πατέρα μου και τοῦ ἀδερφοῦ του.

Μέ λάμπα πετρελαίου – μ’ αύτήν διαβάζαμε. Ὁ ξάδερφός μου ὁ Θανάσης εἶχε μανία μέ τό διάβασμα καί ὂταν πρωτοπῆγα, το δωμάτιο ἦταν γεμᾶτο μέ βιβλία του.

Συγκινοῦμαι τώρα πού θυμᾶμαι τά χρόνια πού πέρασα σ’ ἐκείνη τήν αὐλή. Ὑπῆρχε ἀγάπη, ὁμόνοια, ὁ ἓνας ἒδινε στόν ἂλλο φαγητό γιά νά τό δοκιμάσει, καθόμασταν στήν αὐλή, γλεντούσαμε, τραγουδούσαμε…

Ὀ πατέρας εἶχε πολεμήσει στή Μικρασία. Μέ τήν καταστροφή, τά ἒχασαν ὃλα κι ἒφυγαν ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη. Ἒτσι ἂρχισε ἡ περιπέτειά του: Ἐγκαταστάθηκε στήν Καβάλα, ἂρχισε ἐμπόριο κηπευτικῶν μέ τόν ἀδερφό του, πού ἦταν, ἐπίσης, στήν Πόλη. Ἀπό τήν Καβάλα πῆγε στόν Βόλο, ἀπό τόν Βόλο στήν Πάτρα κι ἀπό κεῖ ἦρθε στήν Ἀθήνα τό ’40, πού ἂρχισε ὁ πόλεμος.

Ὁ πατέρας ἦρθε τό βράδυ –μέ τόν θεῖο μου, ἀφοῦ δούλευαν μαζί ἓναν πάγκο μέ φροῦτα στή ὁδό –,  Ὴπεἰρου και Αχαρνὠν, κρατώντας ἓνα τελάρο σταφύλια. Φοροῦσε τραγιάσκα· ἦταν κομψός. Μέ πῆρε στήν ἀγκαλιά του, μέ φίλησε… – ἀλλά! Κρατοῦσαν μιά ἀπόσταση, τότε, οἱ πατεράδες – ὂχι ἐχθρική, ἀλλά μιά ἀπόσταση συγκεκριμένης ἀγωγῆς, τήν ὁποία ὁ πατέρας μου εἶχε ἀποκτήσει στήν Κωνσταντινούπολη, ὃπου εἶχε ζήσει μέ τόν πατέρα του, πού ἦταν ἒμπορος τροφίμων στόν Γαλατᾶ. Ὁ παπποῦς ἢθελε νά τόν στείλει στή Χάλκη γιά νά γίνει παππᾶς, ἀλλά ὁ πατέρας μου δέν ἢθελε, δέν τά εἶχε καλά μέ τή Θρησκεία.

Θυμᾶμαι τό πρῶτο πράγμα πού μοῦ ἀγόρασε: ἓνα ζευγάρι γαλότσες –ὂχι παπούτσια, δέν εἶχε λεφτά–, ἀπό τό Μοναστηράκι· γιά τά νερά. Φτώχεια!  Ἒχεις δεῖ τήν ταινία Ξυπόλυτο Τάγμα; Τοῦ Τζαβέλλα εἶναι νομίζω, γιά τά παιδιά πού πηδοῦσαν στίς καρότσες τῶν φορτηγῶν κι ἒπαιρναν ὃ,τι ἒβρισκαν – κουραμάνες κ.λπ. Ὁ Μουφλουζέλης, ἐπίσης, ἒχει γράψει ἓνα σχετικό τραγούδι γι’ αὐτά τά παιδιά. (Τραγουδάει):

Θάα σαλτάαρώω… θάα σαλτάαρωω,
τήη ρεζέρβάα νάα  σοῦ πάαρωω…

Ἒχω ἐκδόσει τήν αὐτοβιογραφία τοῦ Μουφλουζέλη Ὃταν ἡ λήγουσα εἶναι μακρά· καί τοῦ Γενίτσαρη Μάγκας ἀπό μικράκι. Σέ δύσκολα χρόνια γιά τή «Δωδώνη» καί γιά μένα.

* * * * *
[1]  Ἐλονοσία (ἀπό τίς λέξεις ἒλος καί νόσος). Θανατηφόρος ἀσθένεια, μέ χαρακτηριστικά ρίγη καί ὑψηλόν πυρετό, πού ἐμφανίζεται σέ τόπους πού ἒχουν ἐλώδεις περιοχές (στάσιμα νερά), στίς ὁποῖες ἐνδημοῦν κουνούπια. Μεταδίδεται στόν ἂνθρωπο ἀπό τό θηλυκό κουνούπι Ἀνωφελές. Οἱ ἒγκυες γυναῖκες καί τά μικρά παιδιά εἶναι ἰδιαίτερα εὐάλωτα στή νόσο. Δέν ἐνδημεῖ πλέον στήν Ἑλλάδα. Εἶναι διεθνῶς γνωστή ὡς malaria, ἀπό τίς ἰταλικές λέξεις mal/κακό καί ἀέρας/aria – κακός ἀέρας, ἀπό τήν πεποίθηση ὃτι τή μετέφερε ὁ κακός ἀέρας τῶν ἐλῶν.

[2] Ἡ ίταλική λέξη carriola, πού σημαίνει «μονότροχο χειροκίνητο καρότσι», τήν ἐποχή έκείνη σήμαινε «διπλό σιδερένιο κρεβάτι». (Σήμερα ἡ λέξη χρησιμοποιεῖται γιά νά χαρακτηρίσει μιά γυναίκα μέ ἀνέντιμη συμπεριφορά – καί ὂχι τήν  ἐπαγγελματία πόρνη, πού εἶναι ἐντιμότατη.)

………………………………………………………………………………………

Βιβλία ἀπό δεύτερο χέρι, στέκι γιά τσίπουρα καί  φιλοσοφία

Πρίν ἀνοίξω τό πρῶτο βιβλιοπωλεῖο, τό ’62, μοῦ λέει ὁ πατέρας: «Βαγγέλη, νά σοῦ μεταβιβάσω τήν ἂδεια τοῦ ὁπωροπώλη», πού εἶχε γιά τόν πάγκο μέ φρούτα στήν γωνία Ἀχαρνῶν καί Ἢπείρου. Τοῦ εἶπα «Ρέ πατέρα…» – ἦταν ἂνθρωπος πού δεχόταν τό «ρέ» τό τρυφερό-, «…δέν πρόκειται ποτέ νά κάνω τή δουλειά αὐτή. Ἀλλά ἀφοῦ δέν τή θέλει ὁ Βασίλης, θά τήν πάρω γιά τήν περίπτωση τοῦ Μάθε τέχνη κι ἂσ’ τηνε κι ὃταν πεινάσεις πιάσ’ τηνε
Τοῦ ἒφυγε ἓνα βάρος  – ὃτι κάπου τήν ἂφησε τήν ἂδεια!
Ἀφοῦ ἂνοιξα τό πρῶτο μικρό βιβλιοπωλεῖο δέν ἀναφέρθηκε καθόλου σ’ αὐτήν.

Ὁ ἀδερφός μου ὁ Βασίλης τώρα δούλευε στήν Ἀκρόπολη – φωτογράφιζε τουρίστες. Εἶχε πάρει ἂδεια ἀπό τόν Γιῶργο Μυλωνᾶ, βουλευτῆ τῆς Ἒνωσης Κέντρου, ὁ ὁποῖος βοηθούσε πολλούς Ἠπειρῶτες και, ὃπως ξέρεις, χάρη σ’ αὐτόν ἰδρύθηκε τό πανεπιστήμιο στά Γιάννενα. Τόν Ὁκτώβριο τοῦ ’62, μέ τόν Βασίλη, ἀνοίξαμε ἓνα μικρό βιβλιοπωλεῖο στήν Ἰπποκράτους 17, δίπλα στό Θέατρο Ἀκάδημος. Ἓνα μέρος τῶν χρημάτων τό ἒβαλε ὁ ἀδερφός μου· ἓνα μικρό ποσό μοῦ δάνεισε ὁ Στρατῆς ὁ Φιλιππότης –εἶμαι ὑποχρεωμένος νά τό ἀναφέρω–, κι ἓνα ποσό μοῦ δάνεισε ἓνας ἀπό τούς τρεῖς γαμπρούς μας, ὁ Κώστας ὁ Ζαφείρης, πού εἶχε παντρευτεῖ τήν Ἑλένη – τόν ἂνθρωπο-κλειδί τῆς οἰκογένειας. Ὀ Κώστας δούλευε γκαρσόν στό Τουρκολίμανο, εἶχε μερικές λίρες καί μοῦ εἶπε «Πάρ’ τες».

Ἂρχισα νά πουλάω βιβλία ἀπό δεύτερο χέρι, πού λέγαν τότε. Βέβαια, τό εἶχα κάνει καί στέκι γιά νά πίνουμε τσίπουρα καί οὖζα –κάθε Παρασκευή καί Σάββατο–, μέσα στό βιβλιοπωλεῖο! Παραμερίζαμε τά βιβλία τοῦ πάγκου καί βάζαμε τά ποτήρια καί τούς μεζέδες.
Ἀπο τήν ἀρχή ἦρθε πολύς κόσμος, διότι μέ ἢξερε ἀπό τήν «Ἑστία». Ἒρχονταν ὁ Βασιλικός, ὁ Σαμαράκης – μέχρι καί ὁ Σαρτζετάκης περνοῦσε, πού ἒμενε πιό πάνω, στήν Ἰπποκράτους.

Βαγγέλης Λᾶζος, Παῦλος Μάτεσις

Βαγγέλης Λάζος, Παῦλος Μάτεσις (Ἀρχεῖο Β. Λάζου)

Κάποια μέρα μπαίνει ἓνα νεαρό παιδί καί λέει «Καλημέρα. Λέγομαι Γιάννης Τζαβάρας»καθηγητής στό Πανεπιστήμιο τῆς Κρήτης σήμερα, ὁ ὁποῖος εἶχε σπουδάσει στή Χαϊδελβέργη, Γερμανομαθής–, «κι ἒχω μιά πρόταση γιά ἐσᾶς». Μοῦ πρότεινε τήν Ἒννοια τῆς Ἀγωνίας τοῦ Κίρκεγκωρ. Τοῦ εἶπα ὃτι δέν ἒχω λεφτά γιά τέτοιες ἐκδόσεις. Ἐν τέλει, ἒγινε τό πρῶτο βιβλίο τῆς σειρᾶς «Φιλοσοφία». Μέχρι τότε, τό 1964, εἶχα ἐκδόσει μόνο ἓναν Ὀρθογραφικό καί Γραμματικό Ὁδηγό τῆς Δημοτικῆς, τοῦ Μενέλαου Ξάνθου ἀπό τά Ἂνω Πεδινά Ζαγορίου, διότι εἶχε γίνει ἡ ἐκπαιδευτική μεταρρύθμιση τοῦ Παπανούτσου. Ἡ Ἒννοια τῆς Ἀγωνίας πούλησε καί πουλάει μέχρι σήμερα. Ἒκτοτε, ρωτοῦσα πάντα τόν Τζαβάρα γιά βιβλία φιλοσοφίας πού πρότειναν ἂλλοι.

Ἀργότερα ἒγινε πελάτης ὁ Χρῆστος Μαλεβίτσης, μή πανεπιστημιακός, ὁ ὁποῖος μοῦ πρότεινε Κάρλ Γιάσπερς κ.λπ. Λόγῳ γνωριμίας, ἐξέδωσα καί δικά του βιβλία – ἐξαίρετος ἂνθρωπος ! Θρησκευόμενος, βέβαια… ἒβγαλε στόν Τσιρόπουλο τά περισσότερα βιβλία του, ἀλλά ὂχι τῶν ἂκρων.

Κάποια ἂλλη φορά μπαίνει ἓνας κύριος μέ ρεπούμπλικα, βγάζει τή ρεπούμπλικα καί συστήνεται: «Παπανοῦτσος.» «Ὀρίστε;» «Τρελλάθηκα». Ὁ Παπανοῦτσος ἐδῶ; Τώρα; Ποῦ νά καθήσει; Δέν εἲχαμε καρέκλα – μόνο σκαμνί. «Γιατί πρέπει νά εἶναι καρέκλα», λέει. «Κάθομαι καί σέ σκαμνί.» Ἦταν λιτός ἂνθρωπος ὁ Παπανοῦτσος, ἀλλά αὐτό δεν τόν ἐμπόδιζε νά εἶναι  ἀντικομμουνιστής.

Θυμᾶμαι ὃταν ξεκίνησα τή σειρά «Φιλοσοφία», εἶχα ἓναν πελάτη ἰδιόρυθμο μέν ἀλλά ἂψογον. Κάποια στγμή ἂρχισα νά βγάζω «ξακρισμένα» βιβλία, ὁπότε ἦρθε καί μοῦ εἶπε:

– Σέ παρακαλῶ κ. Βαγγέλη, ὃταν πηγαίνεις ἓνα καινούργιο βιβλίο στό βιβλιοδετεῖο, νά ἑτοιμάζεις δύο-τρία ἀντίτυπα ἂκοπα, για μένα.
– Γιατί;
– Θέλω, μέ τόν χαρτοκόπτη ἢ τήν τσατσάρα μου, νά παίρνω τήν «παρθενιά» κάθε σελίδας! Ν’ ἀκούω τό κράκ, κράκ, κράκ…
Σήμερα οἱ πελᾶτες ἐπιστρέφουν τά ἂκοπα ὡς κακέκτυπα!

Τά βιβλία πού ἒβγαζα πουλοῦσαν. οἱ ἐκδοτικοί οἲκοι ἦταν ἀσὐγκριτα λιγότεροι ἀπό ὃσους εἶναι σήμερα, ἂρχισα νά κερδίζω χρήματα.
Ἦταν ἡ ἐποχή πού ὁ κόσμος δίψαγε γιά βιβλία. Μήν ξεχνᾶμε ὃτι ἡ Ἀριστερά εἶχε βγάλει 80 βουλευτές τό ’62, ἐπί Πασαλίδη καί Ἠλιοῦ. Τί κοκορεύεται σήμερα ἡ κ. Παπαρήγα γιά τόν ἀριθμό τῶν βουλευτῶν τοῦ ΚΚΕ;
Παρακολουθοῦσα τίς πολιτικές ἐξελίξεις, διάβαζα τήν Αὐγή καί φοβόμουν μήπως κάποια μέρα ξυπνήσουμε μέ τάνκς στούς δρόμους.

Ὁ νονός τῶν ἐκδόσεων «Δωδώνη»

Γυρίζοντας στήν Ἀθήνα ἀπό τό πανηγύρι τῆς Στρατίνιστας ἐκεῖνο τό Καλοκαίρι, πῆγα στή Δωδώνη γιά νά δῶ κάποια παράσταση ἀρχαίου δράματος. Τότε ξεκινοῦσε ἡ «ἀναβίωσή» του, ὃπως ἒλεγαν. Ὁ Φρόντζος, ἰδρυτής καί Πρόεδρος τῆς Ἐταιρείας Ἠπειρωτικῶν Μελετῶν εἶχε ξεκινήσει τά «Δωδωναῖα». Κι αὐτός Δεξιός, πού πήδησε, ἀργότερα, στήν Ἓνωση Κέντρου. Ἒγινε Δήμαρχος καί βουλευτής. Σήμερα, οἱ Γιαννιῶτες ἀπό τή μία κοκορεύονται γιά τήν Ἑταιρεία Ἠπειρωτικῶν Μελετῶν, τήν άναστήλωση τοῦ Θεάτρου τῆς Δωδώνης, σέ συνεργασία μέ τόν σπουδαῖο ἀρχαιολόγο Δάκαρη, γιά τά Λιθαρίτσια, γιά τό τουριστικό περίπτερο καί τό Θέατρο στόν λόφο, γιά τά «Δωδωναῖα» –ἒργα πού ἒκανε ὁ Φρόντζος–, καί ἀπό τήν ἂλλη τόν κατηγορῦν διότι ἦταν Δεξιός! Ἦταν πολύ σπουδαῖος, ἰκανότατος ἂνθρωπος.

Στή Δωδώνη ἐντυπωσιάστηκα ἀπό τό ἀρχαῖο θέατρο –δέν εἶχα ξαναδεῖ–, καί σκέφτηκα ὃτι ἐάν δημιουργήσω ἐκδοτικόν οἶκο, θά τόν ὁνομάσω «Δωδώνη» καί ὂχι «Βαγγέλης Λάζος».

Ἢμουν πάντα πίσω ἀπό τή «Δωδώνη», κι ἀκόμα πίσω εἶμαι καί προσπαθῶ νά τήν προστατεύσω, μέχρι νά ἀποχωρήσω. Ἒχω φροντίσει γιά τή διαδοχή. Διαθῆκες καί ὁ,τιδήποτε ἂλλο δέν κάνω, ἀφοῦ ἐάν θέλει ὁ ἂλλος τηρεῖ ἐπιθυμίες, ἐάν δέν θέλει, δέν τίς τηρεῖ.

Ἀσκληπιοῦ 3

Τό 1970, μεσούσης τῆς Χούντας, ἐγκαινίασα τό βιβλιοπωλεῖο μέ τό ὁποῖο ἒγιναν γνωστές οἱ ἐκδόσεις «Δωδώνη». Δέν ἒφυγα ἀπό τήν Ἰπποκράτους, τό κράτησα τό πρῶτο βιβλιοπωλεῖο.
Ὁ μηχανικός πού εἶχε χτίσει τήν πολυκατοικία στήν Ἀσκληπιοῦ ἀρ. 3 μοῦ πρότεινε νά πάω ἐκεῖ, δεδομένου ὃτι τό μαγαζί πού θά νοίκιαζα ἀνῆκε στόν Κάλλας, τόν Νικόλαο Κάλλας, τόν σπουδαῖo. Πρίν γίνει πολυκατοικία, ἦταν τό σπίτι ὃπου ἒμενε, μέ ἐνοίκιο, ὁ Κωστῆς Παλαμάς· καί τα γραφεῖα τοῦ Ἰδρύματος Παλαμᾶ ἦταν ἐπί τῆς Ἀσκληπιοῦ 3.
Ὁ Κάλλας (Καλλαμάρου, ἦταν τό πραγματικό του ἐπώνυμο) ἒμενε ἓνα φεγγάρι στό Παρίσι, ἓνα φεγγάρι στή Νέα Ὑόρκη κι ἓνα φεγγάρι στήν Ἀθήνα. Δέν ἢθελε νά τό νοικιάσει γιά ζαχαροπλαστεῖο ἢ καφετέρεια ἢ ὁ,τιδήποτε ἂλλο – ἢθελε νά γίνει βιβλιοπωλεῖο. Πολύ σπουδαῖος ἂνθρωπος. Ζήτησε ἓνα πολύ χαμηλό ἐνοίκιο.
Ἡ πορεία τῆς «Δωδώνης» στήν Ἀσκληπιοῦ ἒπαιξε σημαντικό ρόλο σέ ὃλον τόν πνευματικό κόσμο τῆς χώρας. Ὑπῆρχε ἡ «Ἑστία», ἀλλά ἒλειπε ἀπό αὐτήν ἡ ζωντάνια – ὁ κληρονόμος δέν δρᾶ μέ τόν ἲδιο τρόπο ἐκείνου πού φτιάχνει ἓνα βιβλιοπωλεῖο. Ὁ Σαραντόπουλος ἦταν γαμπρός τοῦ Κολλάρου καί πρώην συνταγματάρχης. Ἡ ἀγάπη γιά τό βιβλίο εἶναι ἂλλο πρᾶγμα – ἀκόμα καί ἀπό τό νά ξέρεις γράμματα ἢ νά γράφεις. Ἐγώ δέν ξέρω γράμματα, ἂλλά λατρεύω τό βιβλίο.

(Ἀρχεῖο Β. Λάζου)

(Ἀρχεῖο Β. Λάζου)

Β. Λᾶζος, Κ. Γεωργουσόπουλος, Θ. Ἒξαρχος, Λ. Καλέργης (Ἀρχεῖο Β. Λάζου)

Β. Λάζος, Κ. Γεωργουσόπουλος, Θ. Ἒξαρχος, Λ. Καλέργης, Χρ. Χαλαζιᾶς (Ἀρχεῖο Β. Λάζου)

Θ. Ἒξαρχος, Β. Λᾶζος, Μαρία Πορτολαμαίου (πρώην σύζυγος τοῦ Λάζου καί διευθύνρια τῆς σειρᾶς

Θ. Ἒξαρχος, Β. Λάζος, Μαρία Πορτολαμαίου (πρώην σύζυγος τοῦ Λάζου καί διευθύνρια τῆς σειρᾶς “Θέατρο” τῆς “Δωδώνης”. (Ἀρχεῖο Β. Λάζου.)

Θ. Καστανιώτης, Β. Βασιλικός, Β. Λᾶζος, Στρ. Φιλιππότης (Ἀρχεῖο Β. Λάζου.)

Θ. Καστανιώτης, Β. Βασιλικός, Σ. Καράγιωργας, Β. Λάζος, Στρ. Φιλιππότης (Ἀρχεῖο Β. Λάζου.)

Ἐκδηλώσεις πάθους συλλέκτου !     

Ἀπό τή δουλειά τοῦ ὑπαλλήλου βιβλιοπωλείου ὁδηγήθηκα στόν συλλέκτη. Διάβαζα περιοδικά, ἒτσι ἒμαθα ποιός ἦταν ὁ Κορογιαννάκης –σπουδαῖος χαράκτης. Ποιά ἦταν ἡ Βάσω Κατράκη…

Ἀπό τό Μοναστηράκι ἀγόραζα κάθε βιβλίο πού εἶχε ὑψηλή  αἰσθητική ποιότητα. Τό ἀγόραζα διότι εἶχε σχεδιάσει τό ἐξώφυλλο ἡ Βάσω Κατράκη ἢ ὁ Σπῦρος Βασιλείου ἢ ὁ Γιῶργος Ἀνεμογιάννης, ἢ ἦταν εἰκονογραφημένο ἀπό τον  Γραμματόπουλο ἢ τό εἶχε ἐπιμεληθεῖ ὁ Κάσδαγλης, παραδείγματος χάρη. Ἐνδεχομένως νά ἦταν ἀσημάντου περιεχομένου, ἀλλά ἦταν ἒργο τέχνης ὡς ἀντικείμενο.. Αὐτό εἶναι πάθος συλλέκτου! Ἦταν ἡ περίοδος πρίν ἀπό το 1940 μέχρι το 1955. Ἒβγαιναν βιβλία-ἀριστουργήματα! Λένε ὃτι τις 65 περίπου ἀπεικονίσεις φορεσιῶν πού ἐξέδωσε ἡ Ἀθηνᾶ Ταρσούλη ἦταν φτιαγμένες ἀπό τον Γραμματόπουλο. Τον πλήρωνε ἀλλά δεν ἒβαζε τ’ ὂνομά του. Ὃπως ἒκαναν οι δισκογραφικές ἐταιρείες με τους στιχουργούς.

Ἀγόραζα παλιές βιβλιοθῆκες. Π.χ. ἀγόρασα ἓνα καμμάτι –  διότι τότε δέν εἶχα πολλά χρήματα–, τῆς βιβλιοθήκης τῶν Βερναρδάκηδων, ἀπό δύο ἀδερφές πού ἀποφάσισαν νά τήν πουλήσουν. Ὁ Ἠλίας Ρίζος, πού τόν εἶχαν ὑιοθετήσει οἰ ἀδερφές, μέ ρώτησε «Κάνεναν ἂλλον ξέρεις;» «Βεβαίως.» Το εἶπα στόν Ρένο τόν Ἀποστολίδη, ὁ ὁποῖος πῆρε πάρα πολλά, στόν φίλο μου τόν Νότη τόν Καραβία – σπουδαῖος παλαιοβιβλιοπώλης.

Μιά μέρα ἦρθε κάποιος πελάτης και μοῦ ζήτησε ἓνα παλιό βιβλίο. Λέω «Τό ἒχουμε» – ποτέ δέν ἒλεγα «ἒχω». Πῆγα στό ράφι ὃπου εἶχα ὑψηλοῦ ἐπιπέδου ἐκδόσεις, τό παίρνω καί τό δίνω. Ἐξεπλάγη, διότι εἶχε ψάξει σέ ὃλη τήν Ἀθήνα.
– Ποσο κάνει;
Τοῦ εἶπα κάποια τιμή.
– Ἂ, εἶναι πανάκριβο!
– Νά κάνω μιά ἒκπτωση.
– Ὃχι, θά τό πάρω στή μισή τιμή.
– Κυττάξτε, αὐτό ξεχᾶστε το. Ἢ πέστε μου ὃτι δέν ἒχετε λεφτά – καί στήν περίπτωση αὐτή μπορῶ νά κάνω μιά φωτοτυπία καί νά σᾶς τή χαρίσω…
– Δέν γίνεται στή μισή τιμή;
– Δέν γίνεται.
Φεύγει.

Βάζω τό βιβλίο κάτω άπό τόν πάγκο, ὃπου εἲχαμε χαρτιά γιά τύλιγμα.
Περίπου σέ καμμιά ὧρα ἐπανέρχεται. Λέει:
– Θά τό πάρω ἐάν μοῦ κάνεις μιά ἒκπτωση 30%.
– Ἐπωλήθη τό βιβλίο.
– Μέσα σέ μιά ὧρα;
– Ναί, ἐπωλήθη.
– Καί ξέρετε αὐτόν πού τό ἀγόρασε;
– Πῶς δέν τόν ξέρω – ἐγώ! Τό ἀγόρασα ἐγώ.
Ἒμεινε ἂναυδος καί τόν ἒπιασε ἓνα φοβερό μίσος. Λέει:
– Ἐσεῖς τ’ ἀγοράσατε; Ἀφοῦ ἡ ἐπιχείρηση εἶναι δική σας.
– Κι ἐπειδή εἶναι δική μου, δέν μπορῶ ν’ αγοράσω βιβλία ἀπ’αὐτήν;

Φεύγει ὀργισμένος καί ξαναγυρίζει μ’ ἓναν ἀστυφύλακα. Τοῦ λέει, μπροστά μου, «τό καί τό».
Μοῦ λέει ὁ ἀστυφύλκας:
– Γιατί δέν πουλᾶτε τό βιβλίο;
– Παρέλειψε νά σᾶς πεῖ ὃτι τό βιβλίο ἐπωλήθη ἀφοῦ ἒφυγε.
– «Ἐδῶ εἶναι τό βιβλίο», λέει ἐκεῖνος.
– Βεβαίως εἶναι ἐδῶ, λέω, καί τό βγάζω ἀπό τόν πάγκο.
– Καί γιατί δέν τό δίνετε στόν κύριο;
– Διότι τ’ ἀγόρασα ἐγώ!
Ὁ ἀστυφύλακας τά ‘χασε.

Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὃτι κατά τή διάρκεια αὐτῆς τῆς σκηνῆς, πού  κράτησε περίπου μισή ὧρα, ὁ ἂνθρωπος «πέθαινε» καί τήν ὣρα πού ἒφευγε μέ τόν ἀστυφύλακα, βγαίνω ἒξω καί τόν φωνάζω:
– Μέ συγχωρεῖτε, δέν ξέρω τ’ ὃνομά σας, ἀλλά ἐλᾶτε λίγο μέσα.
– Τί μέ θέλεις; φωνάζει μέ μίσος.
– Σᾶς παρακαλῶ, ἐλᾶτε λίγο μέσα.
– Πᾶμε, λέει ὁ ἀστυφὐλακας.
Ὀπότε τραβάω τό βιβλίο ἀπό τον πάγκο καί λέω:
– Σᾶς τό χαρίζω!
Ἦταν ἡ δέυτερη φορά πού ἒμεινε ἂναυδος!
– Τό χαρίζεις;
– Ναί, διότι φοβήθηκα μήπως ἀπό ἐδῶ μέχρι τό σπίτι σας πάθετε κάνα ἒμφραγμα.
Ἀρνιόταν. Ἢθελε νά δώσει λεφτά.
– Εἶπα «τό χαρίζω»!
Ἀπό τήν ἑπομένη ἐρχόταν καθημερινά γιά καφέ καί ψώνιζε ἂλλα βιβλία.

Μᾶνος Κατράκης, Νῖκος Ζακόπουλος (Ἀρχεῖο Β. Λάζου)

Μᾶνος Κατράκης, Νῖκος Ζακόπουλος (Ἀρχεῖο Β. Λάζου)

………………………………………………………………………………………

 Ἀνοίγματα στόν κίνδυνο

Τό 1978 ἀγόρασα τό ἀκίνητο τοῦ βιβλιοπωλείου στήν Ἀσκληπιοῦ 3, ἀπό τόν Κάλλας, μέ πάρα πολλές εὐκολίες πληρωμῆς ἐκ μέρους του. Βεβαίως, δανείστηκα λεφτά ἀπό τις τράπεζες, διότι ὃσο καλά κι ἂν πήγαινε τό βιβλιοπωλεῖο, τά λεφτά δέν ἒφταναν γιά τέτοιες ἀγορές.

Τρία χρόνια ἀργότερα, τό 1981, ἒχοντας ἀποφασίσει νά φύγω ἀπό τήν Ἀθήνα, ὁ Βασίλης κι ἐγώ ἀνοίξαμε βιβλιοπωλείο καί στά Γιάννενα. Δανείστηκα λεφτά ἀπό τοκογλύφους, διότι δέν μποροῦσα νά δανειστῶ ἂλλα ἀπό τίς τράπεζες.

Ἢθελα να φύγω ἀπό τήν Ἀθήνα καί νἀ ἐγκατασταθῶ στά Γιάννενα. Ὑπ’ ὂψει ὃτι τούς Γιαννιῶτες δέν τούς «πολυπάω» – ὂχι ἐπειδή οἱ ἂνθρωποι μοῦ ἒχουν κάνει κάτι, ἀλλά ἐπειδή ἒμεῖς οἱ Πωγωνήσιοι, ἐσεῖς οἱ Ζαγορίσιοι διαφέρουμε ἀπό αὐτούς πάρα πολύ. Ἦταν πάντα «σφιχτοί» στή τσέπη καί ἀντικομμουνιστές. Τώρα θά τό διαβάσουν καί θά ποῦν ὃτι τούς κατηγορῶ ἂδικα, ἀλλά ἒτσι εἶναι. Παραδείγματα: Δέν θα ξεχάσω ποτέ τή συμπεριφορά τους τό ’48, ὃταν ἒμενα σέ τόλ, στόν Κουραμπᾶ. Ἂλλο παράδειγμα. Δέν ἢθελαν τό Πανεπιστήμιο· ἒλεγαν ὃτι οἱ φοιτητές θά ἀλλοιώσουν τόν χαρακτῆρα τῆς πόλης. Ἀφοῦ ἒγινε, ὃμως, καί ἂρχισαν νά κερδίζουν λεφτά βάζοντας δύο καί τρεῖς φοιτητές στό ἲδιο διαμέρισμα, ξέχασαν τήν «ἀπειλή» πού συνιστοῦσαν γιά τόν χαρακτῆρα τῆς πόλης.
Λίγο-πολύ εἶναι σάν Ἐβραῖοι τοκογλύφοι – συσσωρεύουν τό χρῆμα.

Ἀνοίξαμε βιβλιοπωλεῖο στό κέντρο, ἀπέναντι ἀπό τό Ταχυδρομεῖο, ἐπί τῆς ὁδοῦ Βλαχλίδη. Τά ἐγκαίνιά του ἦταν μεγάλο γεγονός – ἦρθαν τρία πούλμαν ἀπό τήν Ἀθήνα. Στά Λιθαρίτσια εἶχα δυό ζυγιές κλαρίνα… – ἢμουν καί σπάταλος, δέν φταίει μόνο… δέν λογάριαζα τά λεφτά· καί τώρα, μετά τήν καταστροφή, δέν τά λογαριάζω.

Τά ἐγκαίνια ἒγιναν στίς 23 Ὀκτωβρίου 1981, πέντε μέρες μετά τήν πρώτη νίκη τοῦ ΠΑΣΟΚ στίς ἐκλογές. Τότε μέ πλησίασαν διάφοροι δικοί του. Μεταξύ αὐτῶν ὁ Βασίλης ὁ Μάκης, ὁ ὁποῖος ἦταν στήν «Πανηπειρωτική» καί ὑπεύθυνος τῆς ἐφημερίδας της. Ἑνημέρωσα τόν ἀδερφό μου, πού εἶναι διαφορετικός χαρακτῆρας ἀπό μένα: «… Ἀλλά ἐμεῖς Βασίλη δέν ἀνήκουμε ἐκεῖ – εἶναι ψεύτικο κόμμα. Ἐγώ δέν προδίδω τήν Ἀριστερά.» «Μάα…» Δέν πῆγα ποτέ.

Περίπου ἓξι μῆνες μετά, τό Μεγάλο Σάββατο τοῦ 1982, ὁ Ἀντώνης ὁ Λιβάνης κάλεσε στό γραφεῖο του τόν Φιλιππότη κι ἐμένα – ἢθελαν νά ἐπανδρώσουν τίς «κλαδικές» τους. Ἀρνηθήκαμε. Ὁ Λιβάνης εἶπε: «Εἶστε καί οἱ δύο βλάκες!» Βεβαίως, βρέθηκαν πρόθυμοι ἂλλοι ἐκδότες, οἱ ὁποῖοι κέρδισαν πολλά λεφτά.

Κατάλαβα αὐτό πού ἐννοοῦσε ὁ Λιβάνης χαρακτηρίζοντάς μας «βλάκες» ἀργότερα, ὂταν συμμετείχα σέ δημοπρασίες γιά βιβλία, π.χ. γιά τήν Ἐργατική Ἑστία. Ἐννοοῦσε ὃτι τίς «δημοπρασίες» θά τίς ἒπαιρναν οἱ ἐκδότες πού εἶχαν ἐνταχθεῖ στό ΠΑΣΟΚ. Τίς ἒδιναν στούς δικούς τους ἐκ τῶν προτέρων καί ἒκαναν τίς «δημοπρασίες» γιά νά ἒχουν τό ἂλλοθι τῆς «δημοκρατικότητας». Ἡ τεχνική ἢταν τά «παραθυράκια» τῶν δημοπρασιῶν. Μέ τά «παραθυράκια» ἒπαιξαν τό βρώμικο παιχνίδι τους, ἀπό τό ὁποῖο ὣφελήθηκαν οἱ δικοί τους. Κατάλαβες, τώρα, γιατί καταντήσαμε ἐδῶ.

Τόν πρῶτο χρόνο, στήριζα οἰκονομικά το βιβλιοπωλεῖο τῶν Ἰωαννίνων ἀπό ἐκεῖνο τῶν Ἀθηνῶν. Μετά τόν πρῶτο χρόνο, πήγε καλά· ἒκανε πάταγο στήν πόλη. Ἒδωσε ἐμπορική ὢθηση στόν δρόμο, στήν περιοχή, στά Γιάννενα. Ἒγινε κι αὐτό στέκι γιά διανοούμενους, πανεπιστημιακούς κ.λπ., ὃπως τό βιβλιοπωλεῖο τῆς Ἀθήνας. «Ποῦ θά συντηθοῦμε;» «Στή ‘Δωδώνη’, στίς ἓξι τό ἀπόγευμα.»                                         

Τότε ἐμφανίστηκε ὁ ἰδιοκτήτης, ὁ Γκαρτζονίκας, πού εἶχε μαγαζί μέ παπούτσια στήν ὁδό Ἀνεξαρτησίας καί μᾶς ζήτησε να φύγουμε πρίν λήξει τό συμβόλαιο. Εἶδε τήν ἐμπορική ἂνοδο τῆς περιοχῆς ἐξ αἰτίας τῆς «Δωδώνης» καί σκέφτηκε νά ὡφεληθεῖ ἀνοίγοντας μαγαζί μέ παπούτσια.
Τσακωθήκαμε. Βλάχος στή ράτσα αὐτός, «Βλάχος» ἀπό θυμό γιά τήν πονηριά του ἒγινα ἐγώ.
Δέν κατάφερε νά μᾶς βγάλει.

Ἀλλά στίς οἰκογενειακές ἐπιχειρήσεις πολλοί παράγοντες δημιουργοῦν προβλήματα. Πρῶτα-πρῶτα φταίω ἐγώ. Δέν ἢμουν σκληρός ἐπιχειρηματίας – ἐπέτρεψα νά συμβοῦν οἱ ἀθλιότητες πού συμβαίνουν στίς ἑλληνικές οἰκογενειακές ἐπιχειρήσεις. Παράδειγμα: Ὁ Βασίλης μοῦ «ἒλεγε» γιά τή Μαρία, ἡ Μαρία μοῦ «ἒλεγε» γιά τή νύφη της, ἡ νύφη μοῦ «ἒλεγε» γιά τή Μαρία… – κι ἐγώ τά ἂκουγα, ἀντί νά τά κόψω μέ τό μαχαίρι.  Στήν Ἀγγλία, π.χ. οἱ οἰκογενειακές ἐπειχηρήσεις συνεχίζουν μέ τρίτη και τετάρτη γενιά. Ἐδῶ, ἡ πρώτη δουλεύει καί ἡ δεύτερη τά τρώει.
Λίγο πρίν λήξει τό συμβόλαιο, τό 1990, μπήκαμε στήν περιπέτεια ν’ ἀγοράσουμε τό μαγαζί τῆς Μιχαήλ Αγγέλου, ὃπου μεταφερθήκαμε. Ὁ ἀδερφός μου τό ἰσόγειο κι ἐγώ τόν ἐπάνω ὂροφο.

Ἦταν ἐπιχειρηματικό λάθος μου νά στείλω τήν οἰκογένειά μου στά Γιάννενα κι ἐγώ νά μείνω ἐδῶ, στήν Ἀσκληπειοῦ. Ἐκεῖνοι βολεύτηκαν στά Γιάννενα – ὃλοι. Ἐγώ δέν θά μποροῦσα νά ζήσω στά Γιάννενα, σ’ αύτήν τήν πόλη. Δέν ἀντέχω τήν νοοτροπία τῶν Γιαννιωτῶν. Θά προτιμοῦσα νά μείνω στή Στρατίνιστα, ἀλλά κι ἐκεῖ θά πνιγόμουνα – δέν μπορεῖς κάθε μέρα νά κάθεσαι στό καφενεῖο καί νά πίνεις τσίπουρα! Θά πιεζόμουν διότι δέν θά ‘κανα τίποτα!
Κάποια στιγμή τά χρέη πρός τίς τράπεζες καί τούς ἰδιῶτες τοκογλύφους αὐξήθηκαν ἰλιγγιωδῶς.

Τό 1998, εἲκοσι χρόνια μετά τήν ἀγορά του, ἀναγκάστηκα νά πουλήσω τό ἀκίνητο τῆς Ἀσκληπιοῦ γιά νά πληρώσω τά χρέη πού δημιουργήθηκαν μέσα στή δεύτερη δεκαετία. Τό ἀγόρασε ὁ Σύλλογος πρός Διάδοσιν τῶν Ἑλληνικῶν Γραμμάτων. Μοῦ ἒδωσαν μία ἐπιταγή 343.000.000 δραχμῶν, μέ ὑπογραφή τοῦ Ἀνδρέα Ζαΐμη, πού ἦταν πρόεδρος. Δέχτηκαν, ἐπίσης, κι αὐτό ἦταν χάρη δική τους πρός ἐμένα, νά μείνω ἐγώ ὡς ἐνοικιαστής, ὃπως εἶχα ζητήσει. «Ἐκτιμήστε ἐσεῖς τό ἐνοίκιο», εἶπα. «Δυόμισυ ἑκατομμύρια τό μῆνα» – τότε, τό 1998.

Ἀρχισα νά πληρώνω σέ ὃσους χρωστοῦσα. Τούς πλήρωσα ὃλους – ἐκτός ἀπό μία τράπεζα, ἡ ὁποία μοῦ πήρε τό ἀκίνητο τοῦ βιβλιοπωλείου στά Γιάννενα. Ἒμεινε μόνο τό ἀκίνητο τοῦ ἀδερφοῦ μου, τόν ὁποῖο δέν ἐνέπλεξα ποτέ στά δικά μου «ἀνοίγματα». Ἐκείνη πού ἐνέπλεξα ἦταν ἡ Μαρία. Ἐγγυήθηκε γιά δικά μου «ἀνοίγματα» μέ μιά κληρονομιά ἀπό τούς γονεῖς της, ἡ ὁποία κυνδυνεύει νά χαθεῖ, δηλαδή νά τήν πάρει ἡ τράπεζα.

………………………………………………………………………………………

Ἀπολογισμός ζωῆς

Τό ἐπάγγελμα πού διάλεξα –πρῶτα βιβλιοπώλης κι ὓστερα ἐκδότης–, καί παρά τό γεγονός ὃτι δεν ἀπέκτησα λεφτά καί ἒχασα ὃσα ἀπέκτησα, μ’ ἒκανε πλούσιο ψυχικά

Εἶμαι πάρα πολύ εὐχαριστημένος πού δημιούργησα τη «Δωδώνη», μέ δικά μου μέσα καί πολύ σκληρή δουλειά. Δουλειά δεν εἶναι μόνο τό νά σχεδιάζεις ἢ νά γράφεις, ἀλλά καί νά σκέφτεσαι· καί νά μή ξεχνᾶς αὐτό πού ἒχεις σκεφτεῖ! Βέβαια, ὃλα δέν πραγματοποιοῦνται, ἀλλά ἐάν κάτι τό ἒχεις σχεδιάσει καλά, δύσκολα θά βρεθεῖ κάποιος νά ἐμποδίσει τήν πραγματοποίηση.

Δέν φρόντισα νά κάνω λεφτά. Κι ἂν ἀγόρασα τά ἀκίνητα τῶν βιβλιοπωλείων στήν Ἀσκληπιοῦ καί στή Μιχαήλ Ἀγγέλλου (στά Γιάννενα) τό ἒκανα διότι δέν ἢθελα τόν βραχνά τοῦ ἐνοικίου, τό ὁποῖο ἂλλοτε μποροῦσα νά ἒχω καί ἂλλοτε ὂχι. Δέν ἀγόρασα ἀκίνητα γιά νά τά νοικιάσω καί νά εἰσπράττω κ.λπ.

Ἒχασα ὃσα ἁπέκτησα διότι ἢθελα, κατά κάποιον τρόπο, νά «κυριεύσω» τόν χῶρο μου, νά γίνω, ἂς ποῦμε, ὁ πρῶτος ἐκδότης. Κάποια στιγμή τό κατάφερα… καί ἀκόμα στέκομαι.

Νομίζω ὃτι πέρασα καλά τη ζωή μου. Μιά ζωή σέ ἐπαφή μέ τόν κόσμο τοῦ Πνεύματος καί δεμένη μέ τόν τόπο πού γεννήθηκα.

Β. Λᾶζος (Ἀπό τό ἀρχεῖο του.))

Β. Λάζος (Ἀπό τό ἀρχεῖο του.)

Εἶμαι πάρα πολύ εὐτυχής γιά τήν προσφορά στή γενέτειρά μου μέσῳ τῆς συμμετοχῆς μου στήν Ἀδελφότητα – ἂλλοτε ὡς πρόεδρος, ἂλλοτε ὡς γραμματέας, ἂλλοτε ὡς ἁπλό μέλος. Δέν δέχτηκα ποτέ νά γίνω ταμίας ! Τά λογιστικά μέ ἀπωθοῦν – κι ἂς ἢθελαν στήν «Ἑστία» νά μοῦ ἀναθέσουν τό λογιστήριο, κι ἂς ἒδωσα ἐξετάσεις στήν Ἐμπορική. Ἐάν πρέπει νά κάνω μιά λογιστική πράξη, τήν ἀναβάλλω γιά… τρεῖς μέρες!

Ἢμουν ἂνθρωπος πού δέν ἒλεγε ποτέ «μέχρι ἐδῶ». Ἀκόμα καί σήμερα –οὐτοπία βέβαια–, σκέφτομαι ὃτι ἐάν κέρδιζα δύο ἑκατομμύρια εὐρώ, θά ἒστηνα μιά καινούργια «Δωδώνη» στό νεοκλασσικό κτίριο γωνία Σταδίου καί Μπενάκη. Θά τά ἒβαζα γιά νά ξαναδῶ τήν παλιά «Δωδώνη», σέ σύγχρονη μορφή βέβαια, ἒστω κι ἂν εἶμαι ἑβδομῆντα καί.

Β. Λᾶζος (ἀπό τό ἀρχεῖο του.)

Β. Λάζος (Ἀπό τό ἀρχεῖο του.)

ΚΡΕΜ ΜΠΟΡΝΤΟΥΡΑ

Τό βιβλίο περιέχει ἓνα ἐκτενές ἐπίμετρο, στό ὁποῖο περιλαμβάνονται μαρτυρίες συναδέλφων καί φίλων τοῦ Λάζου –ὃπως ὁ Στρατῆς Φιλιππότης, ὁ Γιῶργος Δαρδανός, ὁ Μιχάλης Μπακιρτζῆς–, ἀνθρώπων τῶν γραμμάτων ὃπως Ρένος Ἀποστολίδης, συντοπιτῶν καί φίλων ὃπως ὁ Σταῦρος Παππᾶς, ὁ Ἀντώνης Κωτσίνης, συνεργατῶν του ὃπως ὁ Μιχάλης Γκανᾶς, φίλων του ὃπως ὁ ἠθοποιός Γιάννης Μιχαλόπουλος καί ὁ Γιῶργος Φιλιππότης. Παραθέτω τή

μαρτυρία τοῦ Στρατῆ Φιλιππότη

Ὁ Βαγγέλης ὁ Λάζος εἶναι ἡ προσωπογραφία τῆς ἐργατικότητας καί τῆς τιμιότητας. Ἐργαστήκαμε μαζί, πολλά χρόνια, στό βιβλιοπωλεῖο τῆς «Ἑστίας». Πρίν ἐργαστεῖ σ’ ἐμᾶς ἐργαζόταν στό βιβλιοπωλεῖο «Πατσιλινᾶκος» κι ἐρχόταν στό βιβλιοπωλεῖο γιά ν’ ἀγοράσει βιβλία. Μιἀ μέρα ὁ προϊστάμενός μου καί προσωπάρχης Μιχάλης Σαρδέλλης μοῦ λέει: «Γιά πλησίασε αὐτόν τόν ἀγριόγατο καί μάθε ἂν μποροῦμε νά τόν φέρουμε στό βιβλιοπωλεῖο. Τόν ἒχω κόψει· ἐνῶ οἱ ὑπάλληλοι ἂλλων βιβλιοπωλείων ἒρχονται γιά νά ψωνίσουν βιβλία καί πιάνουν κουβέντα, αὐτός φεύγει τρέχοντας γιά νά πάει τά βιβλία στόν Πατσιλινᾶκο».

Τό βιβλιοπωλεῖο τῆς «Ἑστίας» –τό ἒχω πεῖ–, ἦταν, τότε, ἡ Ἀκαδημία τοῦ Βιβλίου.

Πράγματι, ἓνα βράδυ τήν εἶχα στήσει στή γωνία Πανεπιστημίου καί Πεζμαζόγλου – ἐκεῖ βρισκόταν τό βιβλιοπωλεῖο ὃπου ἐργαζόταν.  Τοῦ λέω «Βαγγέλη, πόσα σοῦ δίνει ὁ Πατσιλινᾶκος;» Μοῦ λέει «Τόσα». Τοῦ λέω «Θά σοῦ τά διπλασιάσουμε, γιά νά ἒρθεις στό βιβλιοπωλεῖο».

Ἦρθε στό βιβλιοπωλεῖο. Ἂρχισε μέ ἐξωτερικές δουλειές καί τή γνωστή «λάντζα» ἑνός καινουργιοφερμένου. Ὠς Ἠπειρώτης, εἶχε τή νοοτροπία τοῦ «νά βγάλω κι ἐγώ κάτι» ἀπό κάθε δουλειά πού ἒκανε. Κάθε πρωί τόν στέλναμε νά μᾶς φέρει σάντουϊτς ἀπό τόν κυρ-Γιῶργο, πού βρικόταν στήν Πεσμαζόγλου, ἐκεῖ πού εἶναι τώρα τό Ταμιευτήριο. Παραγγέλαμε τέσσερα, ὁ Βαγγέλης ἐρχόταν μέ πέντε. Ἒλεγε στόν κυρ-Γιώργο νά βγάζει καί τό δικό του μέ τά ίδια λεφτά – ὁπότε μέ τή δική μας μορταδέλλα ἒβγαζες ἀκτινογραφία!

Καταγόταν ἀπό πολύ φτωχή καί ἒντιμη οἰκογένεια. Ὁ πατέρας του εἶχε μανάβικο στόν Κορυδαλλό, τό ὁποῖο ὁ Βαγγέλης ὀνόμαζε, ἀστειευόμενος, «Μπουτίκ Φρούτων»!

Ὃταν σκεφτόταν νά ἀποχωρήσει –εἶχε πεθάνει ὁ Σαρδέλλης κι ἢμουν ἐγώ προσωπάρχης–, μοῦ λέει:
– Θέλω να μοῦ κάνεις μιά χάρη.
– Τί θέλεις ρέ Βαγγέλη;
– Θέλω νά μέ κλείνεις τά μεσημέρια στό βιβλιοπωλεῖο γιά νά καταγράφω, ἀπό τά ράφια, τά βιβλία τά βιβλία πού πουλᾶνε.
– Γιατί;
– Θα φύγω ἀπό τό βιλιοπωλεῖο.
– Καλά θά κάνεις. Δέν εἶσαι καταδικασμένος νά μείνεις ὑπάλληλος στήν «Ἑστία».
– Θέλω νά ‘χω μιά εἰκόνα γιά τήν κίνηση τῶν βιβλίων.
Πράγματι, κάθε μεσημέρι τόν ἒκλινα μέσα καί δούλευε μέχρι τό ἀπόγευμα, πού ξανάνοιγα.

Ὁ πατέρας μου τόν λάτρευε! Ὃταν ἐρχόταν ἀπό τήν Τῆνο –ὁ Βαγγέλης εἶχε ἢδη ἀνοίξει τό πρῶτο δικό του βιβλιοπωλεῖο στήν Ἰπποκράτους–, πήγαινε νά δεῖ πρῶτα τόν Βαγγέλη καί μετά ἐρχόταν στήν «Ἑστία» γιά νά δεῖ ἐμένα!
Ὃταν, ἀργότερα, ἂρχισε νά ἐκδίδει καί ὀργάνωνε παρουσιάσεις βιβλίων, ἒφερνε, μέ τήν Ὀλυμπιακή,  πίττες πού ἒφτιαχνε ἡ ἀδερφή του στή Στρατίνιστα – νά, κάτι ταψιά ! Ἢτανε ἂνθρωπος τῆς θυσίας. Δέν ἦταν σπαγγοραμμένος κωλοηπειρώτης!

Ὁ Βαγγέλης εἶχε πολύ μεγάλη καλοσύνη μέσα του, ἀλλά ἦταν ἐχθρός τοῦ ἑαυτοῦ του. Πολύ φίλος μέ τούς συναδέλφους καί τούς συγγραφεῖς. Ἀκόμη καί τώρα, μετά τήν καταστροφή του, ἒχει ἓνα ὃνομα μοναδικά ἀξιότιμο στήν πιάτσα μας. Δέν «ἒριξε» κανέναν.
Εἶχε ἓναν ἐγωϊσμό στή δουλειά του, ὁ ὁποῖος τοῦ κόστισε πολύ.

Τόν θαυμάζω πού ἂντεξε μέχρι τώρα – δέκα χρόνια μετά τήν καταστροφή.
Τόν ὑπεραγαπῶ καί τόν κρατῶ δίπλα μου ὡς ἓναν ἀπό τούς λίγους φίλους μου. Τόν ὑπεραγαποῦν καί τά παιδιά μου.
Δέν καβαλήσαμε τό καλάμι –οὒτε ἐγώ, οὒτε ὁ Βαγγέλης.
Μοῦ τηλεφωνοῦν καί λένε «Τόν κ. Φιλιππότη».
Λέω «Ὁ ἲδιος».
«Μά… δέν ἒχετε γραμματέα;»
«Οὒτε φάξ! Γιά ν’ ἀκοῦς ἀπό τό στόμα μου τίς Χριστοπαναγίες!»
ΚΡΕΜ ΜΠΟΡΝΤΟΥΡΑ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΘΕΜΕΛΗ
ΣΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ “ΔΩΔΩΝΗ”

    ΤΟ ΧΑΡΤΙΝΟ ΚΑΝΟ

Γιά τή δουλειά μέ τόν Γκροτόφκι...

ΚΡΕΜ ΜΠΟΡΝΤΟΥΡΑ                    

Advertisements

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google+. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...