* ΝΑΖΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΓΕΡΜΑΝΙΚΟΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ

ΚΡΕΜ ΜΠΟΡΝΤΟΥΡΑ
Ὁ τίτλος τοῦ ἂρθρου εἶναι ἲδιος μέ τό βιβλίο τοῦ Νόρμπερτ Ἑλίας, ἀλλά τό κείμενο πού ἀκολουθεῖ τόν δικαιώνει πλήρως.

Γερμανική Νεκρώσιμη Ἀκολουθία
( Deutsches Requiem )

 Καί ἂν μέ θανατώνει, ἐγώ θέλω ἐλπίζει εὶς αὐτόν.
Ἰώβ, ΙΓ, 15.

Τ’ ὂνομά μου εἶναι Ὂθων Ντίτριχ τσούρ Λίνντε. Ἓνας προπάππος μου, ὁ Χριστόφορος τσούρ Λίνντε, σκοτώθηκε στήν ἒφοδο τοῦ ἰππικοῦ πού ἀποφάσισε τή νίκη τοῦ Σάρντορφ. Ἂλλος πάππος μου, ἀπό τό γένος τῆς μητέρας μου, ὁ Οὒρλιχ Φόρκελ, δολοφονήθηκε ἀπό Γάλλους ἐλεύθερους σκοπευτές στό δάσος τοῦ Marchenoir, τίς τελευταῖες μέρες τοῦ 1870. Ὁ λοχαγός Ντίτριχ τσούρ Λίνντε, ὁ πατέρας μου, διακρίθηκε στή μάχη τοῦ Ναμούρ, τό 1914, καί δυό χρόνια ἀργότερα στή διάβαση τοῦ Δούναβη. Ἐμένα θά μέ τουφεκίσουν αὒριο, μέ τήν κατηγορία τοῦ βασανιστῆ καί τοῦ φονιᾶ. Τό δικαστήριο ἀποφάσισε δίκαια. Ἐγώ, ἀπό τήν πρώτη ἀρχή, ἀναγνώρισα ὃτι εἶμαι ἒνοχος. Αὒριο τό πρωί, ὃταν τό ρολόι τῆς φυλακῆς θά σημάνει ἐννέα φορές, θά ἒχω περάσει τό κατώφλι τοῦ θανάτου. Εἶναι φυσικό νά σκέφτομαι τούς προγόνους μου, τώρα πού βρίσκομαι τόσο κοντά στή σκιά τους, τώρα, πού κατά κάποιον τρόπο, γίνομαι ἓνα μέ ἐκείνους.[1]

Στή διάρκεια τῆς δίκης (πού εὐτυχῶς ἦταν σύντομη) δέν ἒβγαλα μιλιά. Κάθε προσπάθεια ν’ ἀπολογηθῶ, θά μπέρδευε τά πράγματα, ἲσως καί νά μέ παρεξηγοῦσαν, ὃτι φοβοῦμαι. Τώρα τό πράγμα διαφέρει. Αὐτή τή νύχτα, πού εἶναι καί ἡ τελευταῖα τῆς ζωῆς μου, μπορῶ νά μιλήσω ἂφοβα. Δέν ζητῶ συγχώρεση, γιατί δέν νομίζω πώς λάθεψα, τό μόνο πού θέλω εἶναι νά γίνω ἀντιληπτός. Ὃσοι καταφέρουν νά μέ ἀκούσουν, θά καταλάβουν τήν ἱστορία τῆς Γερμανίας καί τή μελλοντική ἱστορία τοῦ κόσμου. Ξέρω πολύ καλά ὃτι περιπτώσεις σάν τή δική μου, σπάνιες καί ἀκατανόητες σήμερα, σύντομα θά γενικευτοῦν. Αὒριο θά  πεθάνω, γίνομαι, ὃμως, ἓνα σύμβολο γιά τίς γεννιές πού ἒρχονται.

[1]  Εἶναι περίεργη ἡ παράλειψη τοῦ ἀφηγητῆ ν’ ἀναφέρει τόν πιό σπουδαῖο ἀπό τούς προγόνους του, τόν θεολόγο καί ἑβραϊστῆ Γιοχάννες Φόρκελ (1799-1846), γνωστό γιά τήν ἐφαρμογή τῆς διαλεκτικῆς τοῦ Χέγκελ στή χριστολογία, καί γιά τή μετάφραση μερικῶν Ἀπόκρυφων βιβλίων, πού τήν κατέκρινε ὁ Hengstenberg, ἐνῶ τήν ἐπαίνεσαν ὁ Thilo καί ὁ Geseminus. (Σημ. τοῦ Ἀργ. ἐκδότη. )

Γεννήθηκα στό Μαρίενμπαντ, τό 1908. Δύο ἀγάπες μου, τώρα σχεδόν ξεχασμένες, μέ βοήθησαν νά περάσω μέ θάρρος, ἀκόμα καί μέ χαρά, πολλά χρόνια δύσκολα: ἡ μουσική καί ἡ μεταφυσική. Δέν θυμοῦμαι ὃλους τούς εὐεργέτες μου, ὡστόσο δύο ὀνόματα δέν μπορῶ νά τά ξεχάσω: τοῦ Brahms καί τοῦ Schopenhuaer. Ἀγάπησα καί τήν ποίηση. Κοντά στούς ἂλλους θέλω νά προσθέσω ἓν’ ἀκόμα ὂνομα μεγάλο μέ γερμανική ρίζα, τοῦ WilliamShakespeare. Παλαιότερα μέ τράβηξε καί ἡ θεολογία, ἀλλά ἀπό αὐτήν τή φανταστική ἐπιστήμη (καί ἀπό τή χριστιανική πίστη) μέ ἀπομάκρυνε γιά πάντα ὁ Schopnhauer, μέ πειστικά ἐπιχειρήματα. Ὁ Shakespeare καί ὁ Brahms μέ κέρδισαν μέ τήν ἂπειρη ὀμορφιά τῆς δημιουργίας τους. Ὂποιος σταθεῖ ἐκστατικός, τρέμοντας ἀπό συγκίνηση κι εὐγνωμοσύνη μπροστά σέ ἓνα κομμάτι ἀπό τό ἒργο αὐτῶν τῶν μακάριων, νά ξέρει ὃτι κι ἐγώ στάθηκα καί τούς θαύμασα, ἐγώ ὁ ἂθλιος.

Τό 1927 μπῆκαν στή ζωή μου ὁ Nietzche καί ὁ Spengler. Ὂπως παρατήρησε κάποιος συγγραφέας τοῦ 18ου  αἰώνα, κανένας δέν θέλει νά χρωστᾶ τίποτα στούς συμπολίτες του. Γιά ν’ ἀποτινάξω μιά ἐπίδραση, πού τήν προέβλεπα καταπιεστική, ἒγραψα τή μελέτη Λογαριασμός μέ τόν Spengler, γιά νά ὑποστηρίξω πώς τό μνημεῖο τό πιό ἀναμφισβήτητο, ἀναφορικά μέ τά χαρακτηριστικά πού ὁ Spengler ὀνομάζει φαουστικά, δέν εἶναι τό μπερδεμένο δράμα τοῦ Goethe[2], ἀλλά ἓνα ποίημα γραμμένο δύο χιλιάδες χρόνια παλαιότερα, τό De rerum natura. Ἀναγνώρισα ὡστόσο τήν εἰλικρίνεια τοῦ φιλοσόφου τῆς ἱστορίας, τό πνεῦμα τό ριζικά γερμανικό  (Kerndeutsch), τό μιλιταριστικό. Τό 1929 γράφτηκα στό Κόμμα.

[2]  Ἂλλα ἒθνη ζοῦν ἀσύνειδα μέσα τους καί γιά τόν ἑαυτό τους, σάν τά  μεταλλεύματα καί τούς μετεωρολίθους. Ἡ Γερμανία εἶναι ὁ παγκόσμιος καθρέφτης, πού ὃλα τά δέχεται, ἡ συνείδηση τοῦ κόσμου (dasWeltbewusstsein). Ὁ Goethe εἶναι τό πρώτυπο αὐτῆς τῆς οἰκουμενικῆς ἀντίληψης. Δέν τόν κατακρίνω, ἀλλά οὒτε καί βλέπω σ’ αὐτόν τόν ἂνθρωπο τόν φαουστικό τῆς θεωρίας τοῦ Spengler.

Δέν ἒχω πολλά νά πῶ γιά τά χρόνια τῶν σπουδῶν μου. Ἦταν σκληρότερα ἀπ’ ὃ,τι γιά τούς ἂλλους, γιατί ἂν καί δέν μοῦ λείπει τό θάρρος, δέν ἒχω καμμία κλίση γιά τή βία. Κατάλαβα, ὡστόσο, πώς βρισκόμασταν στό κατώφλι καινούργιων χρόνων, πού, ὃπως τό Ἰσλάμ καί ὁ Χριστιανισμός στό ξεκίνημά τους, χρειάζονταν νέους ἀνθρώπους. Οἱ σύντροφοί μου, σάν ἂτομα, μοῦ ἦταν ἀνυπόφοροι. Μάταια προσπάθησα νά πείσω τόν ἑαυτό μου ὃτι γιά τόν σκοπό πού μᾶς ἓνωνε δέν μετρούσαμε ὡς ἂτομα.

Οἱ θεολόγοι βεβαιώνουν ὃτι ἂν ἡ προσοχή τοῦ Κυρίου ἐγκατέλειπε γιά μιά μονάχα στιγμή τό δεξί μου χέρι, αὐτό πού γράφει, θά ἒπεφτε στό κενό σάν χτυπημένο ἀπό ἓναν κεραυνό ἀόρατο. Ἐγώ λέω πώς κανείς δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει ἢ νά πιεῖ ἓνα ποτῆρι νερό ἢ νά κόψει ἓνα κομμάτι ψωμί, χωρίς αἰτιολογία. Μιά αἰτιολογία διαφορετική γιά τόν καθένα. Περίμενα τόν ἀδυσώπητο πόλεμο, πού θά δικαίωνε τήν πίστη μας. Μοῦ ἦταν ἀρκετό νά ξέρω πώς θά ἢμουν ἓνας στρατιώτης καί θά ἒπαιρνα μέρος στίς μάχες. Γιά μιά στιγμή φοβήθηκα ὃτι τά σχέδιά μας θά τά χαλοῦσε ἡ ἀνανδρία τῆς Ἀγγλίας καί τῆς Ρωσίας. Ἠ τύχη ἢ τό πεπρωμένο μηχανεύτηκαν διαφορετικά τό μέλλον μου. Τήν πρώτη Μαρτίου τοῦ 1939 ἒγιναν ταραχές στό Τιλσίτ, πού οἱ ἐφημερίδες ἀποσιώπησαν. Στόν δρόμο, πίσω ἀπό μιά συναγωγή, δυό σφαῖρες μέ βρῆκαν στό πόδι, πού χρειάστηκε νά μοῦ τό κόψουν.[3] Λίγες μέρες ἀργότερα ὁ στρατός μας ἒμπαινε στή Βοημία. Ὃταν τό ἀνάγγειλαν οἱ σειρῆνες, ἐγώ βρισκόμουν ἀκίνητος στό νοσοκομεῖο, προσπαθῶντας νά μήν ὑπάρχω καί νά ξεχαστῶ μέσα στά βιβλία τοῦ Schopenhauer. Σύμβολο τῆς μάταιης μοίρας μου, ἓνας πελώριος ὃσο καί πλαδαρός γάτος λιαζόταν στό παράθυρο.

[3]  Εἶχε διαδοθεῖ ἡ φήμη, πώς οἱ συνέπειες αὐτοῦ τοῦ τραύματος ἦταν πολύ βαριές (Σ.τ. Ἀργ. ἐκδότη.).

Στόν πρῶτο τόμο ἀπό τά Πάρεργα καί Παραλειπόμενα ξαναδιάβασα ὃτι ὃλα τά γεγονότα πού μᾶς συμβαίνουν, ἀπό τή γέννησή μας ὣς τόν θάνατο, τά ἒχουμε ἀποφασίσει ἐμεῖς οἱ ἲδιοι. Ἒτσι, κάθε ἀμέλεια εἶναι θεληματική, κάθε τυχαῖα συνάντηση ἓνα ραντεβοῦ, κάθε ταπείνωση μιά μετάνοια, κάθε ἀποτυχία μιά μυστική νίκη, κάθε θάνατος μιά αὐτοκτονία. Δέν ὑπάρχει παρηγοριά καλύτερη ἀπό τή σκέψη ὃτι ἐμεῖς οἱ ἲδιοι ἀποφασίζουμε τίς κακουχίες μας. Ἡ ἀτομική αὐτή θεολογία μᾶς ἀποκαλύπτει μιά τάξη μυστική, πού μέ τρόπο θαυματουργό μᾶς κάνει ἓνα μέ τή θεότητα. Ποιός λόγος ἂγνωστος (σκέφτηκα) μ’ ἒσπρωξε κεῖνο τό ἀπόγευμα νά συναντήσω τίς δυό σφαῖρες καί τόν ἀκρωτηριασμό; Ὂχι βέβαια ὁ φόβος τοῦ μετώπου – εἶμαι βέβαιος γι’ αὐτό.  Κάτι πολύ πιό βαθύ. Κάποτε κατάφερα νά καταλάβω: Τό νά πεθάνεις γιά μιάν ἰδέα εἶναι πολύ πιό εὒκολο ἀπό τό νά ζήσεις μιά ὁλόκληρη ζωή γεμάτη ἀγῶνες. Νά παλαίψεις μέ τά θηρία στήν Ἒφεσο εἶναι λιγότερο φοβερό (χιλιάδες ἀνώνυμοι μάρτυρες τό ἒκαναν) παρά νά εἶσαι ὁ Παῦλος, ὁ δοῦλος τοῦ Χριστοῦ. Μιά μόνη πράξη, ὃσο γενναία, δέν σημαίνει τίποτα μπροστά στίς πάμπολες ὣρες πού ἀποτελοῦν τή ζωή ἑνός ἀνθρώπου. Οἱ μάχες καί ἡ δόξα δέν εἶναι δύσκολες. Πολύ πιό δύσκολο ἀπό ἐκεῖνο τοῦ Ναπολέοντα ἦταν τό ἐγχείρημα τοῦ Ρασκόλνικωφ. Στίς 7 Φεβρουαρίου τοῦ 1941 μέ διορίσανε ὑπαρχηγό στό στρατόπεδο συγκεντρώσεως τοῦ Τάρνοβιτς.

Δέν ἦταν δουλειά εὐχάριστη γιά μένα.  Ὡστόσο, δέν ἒπεσα ποτέ στήν ἀμαρτία τῆς ἀνεμελιᾶς. Ὁ δειλός φαίνεται μπροστά στό σπαθί. Ὁ πονόψυχος, ὁ θεόφοβος τρέχει νά παρηγορήσει τόν ξένο πόνο. Ὁ ναζισμός, στήν οὐσία του, εἶναι μιά ἠθική πράξη, εἶναι σάν νά ξεντύνεσαι τόν παλαιό ἂνθρωπο, τόν διεφθαρμένο, γιά νά φορέσεις τόν καινούργιο. Στή μάχη, ἡ μεταμόρφωση αὐτή συμβαίνει σέ ὃλους, μέσα στό βουητό καί στίς κραυγές τῶν καπετάνιων. Δέν συμβαίνει ὃμως στίς βρώμικες φυλακές, ὃπου μᾶς βάζει σέ πειρασμό μέ παλαιές τρυφερότητες ἡ δολοπλόκα εὐσπλαχνία. Ξέρω γιατί ὑπογραμμίζω αὐτή τή λέξη.  Γιά τόν ἀνώτερο ἂνθρωπο ἡ εὐσπλαχνία εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἀμαρτία τοῦ Ζαρατούστρα. Παραλίγο νά πέσω θύμα της (τό ἀναγνωρίζω), ὃταν μᾶς ἒστειλαν ἀπό τό Μπρέσλαου τόν διάσημο ποιητῆ Δαβίδ Ἰερουσαλήμ.

Δέν θά τοῦ ἒδινες πάνω ἀπό πενῆντα χρόνια. Φτωχός ἀπό κάθε ἀγαθό αὐτοῦ τοῦ κόσμου, κατατρεγμένος, ἀπαρνημένος, χλευασμένος, εἶχε ἀφιερώσει τό πνεῦμα του στήν ἐξύμνηση τῆς εὐτυχίας.  Μοῦ φαίνεται πώς ὁ AlbertSoelger στό βιβλίο του Σύγχρονη Ποίηση τόν παραβάλλει μέ τόν Whittman, σύγκριση πού δέν βρίσκω ἐπιτυχημένη. Ὁ Whittman χαιρετᾶ τό σύμπαν μέ τρόπο γενικό, σχεδόν ἀδιάφορο. Ὀ Ἰερουσαλήμ χαίρεται τό κάθε πράγμα μέ ξεχωριστή ἀγάπη. Δεν παραθέτει ποτέ καταλόγους, ἀριθμούς. Θά μποροῦσα νά ἐπαλάβω, ἀκόμη καί τώρα, πολλούς ἑξάμετρους ἀπό τό βαθυστόχαστο ποίημά του Τσέ Γιάγκ, ζωγράφος τίγρεων. Γεμᾶτο χαρακιές, σάν τούς τίγρεις, ξεσκισμένο καί κομματιασμένο σάν ἀπό ἂφωνους τίγρεις.Δέν ξεχνῶ οὒτε τόν μονόλογό του Ὁ Ρόζενκραντς μιλάει μέ τόν ἂγγελο. Στό ποίημά του αὐτό ἓνας τοκογλύφος τοῦ Λονδίνου προσπαθεῖ μάταια, τήν ὣρα πού πεθαίνει, νά δικαιολογήσει τά κρίματά του, καί δέν ὑποψιάζεται πώς τήν άληθινή δικαίωση τῆς ζωῆς του τήν πέτυχε μέ τό νά ἒχει ἐμπνεύσει, ἂθελά του, σἐ ἓναν πελάτη του (πού τόν εἶδε μιά μονάχα φορά καί πιά δέν τόν θυμᾶται) τή δημιουργία ἐκείνου τοῦ ἀξέχαστου τύπου, τοῦ Shylock. Ἢταν ἓνας ἂντρας μέ ἀξέχαστα μάτια, δέρμα λάδί καί γένια σχεδόν μαῦρα, αὐτός ὁ Δαυίδ Ἰερουσαλήμ, πρότυπο Ἰουδαίου Σεφαρδίμ, ἂν καί ἀνῆκε στή φυλή τῶν διεφθαρμένων καί τῶν σιχαμένων Ἀσκεναζίμ. Τοῦ φέρθηκα σκληρά. Οὒτε ὁ οἶκτος, οὒτε ἡ δόξα του μ’ ἐπηρέασαν. Ἀπό χρόνια εἶχα καταλάβει πώς δέν ὑπάρχει πρᾶγμα στόν κόσμο, πού νά μήν κλείνει τόν σπόρο μιᾶς πιθανῆς Κόλασης. Ἓνα πρόσωπο, μιά λέξη, μιά πυξίδα, ἡ ἀγγελία μιᾶς μάρκας τσιγάρων θά μποροῦσαν να σέ τρελλάνουν, ἂν δέν ἒχεις τή δύναμη νά ἐξαλείψεις τήν εἰκόνα τους.  Ἂραγε, δέν θά μποροῦσε νά τρελαθεῖ ἓνας ἂνθρωπος πού νύχτα-μέρα θά εἶχε μπροστά στά μάτια του τόν χάρτη τῆς Οὐγγαρίας;[4] Ἀποφάσισα νά πειραματιστῶ τή θεωρία μου βάζοντάς την σ’ ἐφαρμογή στό στρατόπεδό μας, ἰδιαίτερα στό τμῆμα σωφρονισμοῦ[5]… Στό τέλος τοῦ 1942 ὁ Ἰερουσαλήμ ἒχασε τά λογικά τους. Τήν 1η Μαρτίου τοῦ 1943 κατάφερε ν’ αὐτοκτονήσει.[6]

[4]  Τὀπος καταγωγῆς τοῦ Ἰερουσαλήμ (Σ.τ.μ.).
[5]  Ἐδῶ στάθηκε ἀναπόφευκτο νά παραλείψουμε ὁρισμένες λέξεις (Σ.τ.Ἐκδ.).
[6]  Οὒτε στο ἒργο, οὒε στο ἀρχεῖο τοῦ Soelger βρέθηκε το ὂνομα τοῦ Ἰερουσαλήμ. Δεν ἀναφέρεται οὒτε στην ἱστορία ταῆς γερμανικῆς λογοτεχνίας. Πιστεύω, ὡστόσο, πώς δεν πρόκειται για πρόσωπο ἀνύπαρκτο. Με διαταγή τοῦ Ὂθωνα Ντήτριχ τσούρ Λίνντε βασανίστηκαν στο Τάρνοβιτς πολλοί Ἐβραῖοι διανοούμενοι, ἀνάμεσά τους και ἡ διάσημη πιανίστρια Ἒμμα Ρόζεντσφαϊγκ. Ὀ «Δαυίδ ἰερουσαλήμ» πιθανόν να συμβολίζει περισσότερα πρόσωπα. Ὀ Λίνντε μᾶς λέει ὃτι ὁ ποιητής πέθανε την 1η Μαρτίου τοῦ 1943. Την ἲδια μέρα, 4 χρόνια νερίτερα εἶχε πληγωθεῖ ὁ ἲδιος ὁ Λίνντε (Σ.τ. Ἀργ. ἐκδότη).

Μοῦ εἶναι ἂγνωστο ἂν ὁ Ἰερουσαλήμ κάταλαβε ὃτι τόν ἐξόντωσα ἐπιδιώκοντας νά ἐξοντώσω τόν οἶκτο, τήν εὐσπλαχνία μου. Γιατί ἐγώ δέν τόν ἒβλεπα σάν ἂνθρωπο, οὒτε κάν σάν Ἰουδαῖο. Εἶχε μεταμορφωθεῖ καί εἶχε γίνει τό σύμβολο μιᾶς μισητῆς περιοχῆς τῆς ψυχῆς μου. Μαζί του ὑπέφερα κι ἐγώ∙ μαζί του, κατά κάποιον τρόπο, χάθηκα κι ἐγώ∙ πέθανα μαζί του. Γι’ αὐτό ἢμουν τόσο ἀμείλικτος.

Στό ἀναμεταξύ ἒφεραν βόλτες πάνω ἀπό τά κεφάλια μας οἱ μεγάλες μέρες καί οἱ μεγάλες νύχτες ἑνός εὐτυχισμένου πολέμου. Ὁ ἀέρας πού ἀναπνέαμε εὐώδιαζε ἀπό μιάν αἲσθηση, πού θά τήν ἒλεγες ἀγάπης. Νιώθαμε σάν νά βρισκόταν κοντά μας ἡ θάλασσα, κάτι σάν θάμπος, κάτι σάν ἒξαρση στίς φλέβες μας. Ἐκεῖνα τά χρόνια ὃλα ἦταν διαφορετικά – ἀκόμα καί ἡ μυρωδιά τοῦ ὓπνου. (Ἰσως νά μήν ἢμουνα ποτέ ὁλότελα εὐτυχισμένος, εἶναι ὃμως γνωστό πώς ἡ δυστυχία νοσταλγεῖ χαμένους παραδείσους). Δέν ὑπάρχει ἂνθρωπος πού νά μήν ἐπιθυμεῖ μιά ζωή γεμάτη, νἀ δοκιμάσει δηλαδή ὃλες τίς ἐμπειρίες πού θά μπορουσε νά γευτεῖ. Δέν ὑπάρχει ἂνθρωπος πού θά δεχόταν νά τοῦ στερήσουν ἒστω κι ἓνα κομματάκι ἀπό τήν ἀπέραντη αὐτή κληρονομιά. Ἠ γενιά μου τή χάρηκε ὁλοκληρωτικά, γιατί πρῶτα τῆς δόθηκε ἡ δόξα κι ἒπειτα ἡ συντριβή.

Τόν Ὀκτώβριο ἢ τόν Νοέμβριο τοῦ 1942 ὁ ἀδελφός μου Φρειδερίκος ἒπεσε στή δεύτερη μάχη τοῦ Ἐλ Ἀλαμέιν, στούς ἀμμότοπους τῆς Αἰγύπτου. Λίγους μῆνες ἀργότερα ἓνας ἀεροπορικός βομβαρδισμός γκρέμισε τό πατρικό μας σπίτι. Ἂλλος βομβαρδισμός, στό τέλος τοῦ 1943 κατέστρεψε τό ἐργαστήριό μου. Περικυκλωμένο ἀπό παντοῦ τό Γ’ Ράιχ ξεψυχοῦσε. Χτυπούσε τούς πάντες καί ὃλοι τό χτυποῦσαν. Τότε ἒγινε κάτι παράξενο, πού μοῦ φαίνεται πώς τό καταλαβαίνω τώρα. Πίστευα τόν ἑαυτό μου ἱκανό ν’ ἀδειάσει μονορούφι τό ποτῆρι τῆς όργῆς, ὃμως πρίν τό ἀδειάσω μέ σταμάτησε μιά γεύση, πού δέν τήν περίμενα: ἡ γεμάτη μυστήριο, ἡ τρομερή γεύση τῆς εὐτυχίας. Δοκίμασα διάφορες ἐξηγήσεις – καμμία δέν μέ ἱκανοποίησε. Σκέφτηκα: Χαίρομαι γιά τήν ἦττα πού ἒρχεται, γιατί νιώθω ἒνοχος καί μονάχα ἡ τιμωρία θά μέ λυτρώσει. Σκέφτηκα: Χαίρομαι γιά τήν ἦττα, γιατί φέρνει ἓνα τέλος κι ἐγώ αἰσθάνομαι πολύ κουρασμένος. Σκέφτηκα: Χαίρομαι γιά τήν ἦττα πού ἦρθε ἐπειδή εἶναι δεμένη μέ χίλιους τρόπους σέ ὂλα τά γεγονότα – παρόντα, περασμένα καί μέλλοντα γιατί νά κρίνεις ἢ να καταδικάσεις ἢ νά οἰκτίρεις ἓνα μόνο γεγονός εἶναι σάν νά καταδικάζεις ὁλόκληρο τό σύμπαν. Αὐτές τίς σκέψεις ἒκανα, ὡσότου βρῆκα τήν ἀλήθεια.

Εἰπώθηκε πώς οἱ ἂνθρωποι γεννιοῦνται εἲτε ἀριστοτελικοί εἲτε πλατωνικοί. Αὐτό σημαίνει πῶς δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει συζήτηση πάνω σέ ἀφηρημένα θέματα, πού νά μήν εἶναι μιά στιγμή ἀπό τήν πολεμική τοῦ Ἀριστοτέλη μέ τόν Πλάτωνα. Στό μάκρος τῶν αἰώνων (καί τοῦ γεωγραφικοῦ πλάτους) ἀλλάζουν τά ὀνόματα, οἱ διάλεκτοι, τά προσωπα, ὃμως ὂχι καί οἱ αἰώνιοι ἀνταγωνιστές. Κι αὐτή ἀκόμα ἡ ἱστορία τῶν λαῶν ἀκολουθεῖ μιά μυστική συνέχεια. Ὀ Ἀρμίνιος, ὃταν ἒσφαξε μέσα σ’ ἓναν βάλτο τίς λεγεῶνες τοῦ Ούάρου, δέν φανταζόταν πώς ἒβαζε τά θέμελια τῆς Γερμανικῆς Αὐτοκρατορίας. Ὀ Λούθηρος, μεταφραστής τῆς Βίβλου, δέν ὑποψιαζόταν πώς τό ἀποτέλεσμα θά ἦταν νά γαλουχήσει ἓναν λαό πού θά κατέστρεφε γιά παντα τή Βίβλο. Ὁ Χριστόφορος τσούρ Λίνντε, πού μιά μοσκοβίτικη σφαίρα τόν σκότωσε τό 1858, ἑτοίμασε, κατά κάποιον τρόπο, τίς νίκες τοῦ 1914. Ὀ Χίτλερ πίστεψε ὂτι ἀγωνίζεται γιά μία χώρα, στήν πραγματικότητα ὃμως ἀγωνίστηκε γιά ὃλες – ἀκόμα καί γι’ αὐτές πού τίς πολέμησε καί τίς μίσησε.  Δέν ἒχει σημασία ὃτι τό ἀγνοοῦσε. Τό ἢξεραν τό αἷμα του καί ἡ θέλησή του. Ὁ κόσμος μαρτυροῦσε, πέθαινε, ἀπό τόν Ἰουδαϊσμό καί ἀπό ἐκείνη τήν ἀρρώστια τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ πού εἶναι ἡ πίστη τοῦ Χριστοῦ. Ἐμεῖς τοῦ διδάξαμε τή βία καί τήν πίστη τοῦ σπαθιοῦ. Τό σπαθί πού μᾶς σκοτώνει, γι’ αὐτό καί μοιάζουμε μέ τόν μάγο πού ἒχτισε ἓναν λαβύρινθο, καταδικάζοντας τόν ἑαυτό του νά τόν γυροφέρνει ὡς τήν τελευταία του μέρα, ἢ μέ τόν ἲδιο τόν Δαυίδ, πού δικάζει ἓναν ἂγνωστο, τόν καταδικάζει σέ θάνατο, γιά ν’ ακούσει κατόπιν τήν άποκάλυψη: Ἐκεῖνος ὁ ἂγνωστος ἢσουν ἐσύ!

Πολλά πράγματα πρέπει νά γκρεμιστοῦν γιά νά χτιστεῖ ἡ νέα τάξη. Ἒνα ἀπό αὐτά τά πράγματα ἦταν καί ἡ Γερμανία. Δώσαμε κάτι παραπάνω ἀπό τή ζωή μας, δώσαμε τήν τύχη τῆς ἀγαπημένης μας πατρίδας. Ἂλλοι ἂς καταριῶνται καί ἂλλοι ἂς θρηνοῦν. Ἐγώ χαίρομαι, γιατί ἡ προσφορά μας εἶναι τέλεια, εἶναι σφαιρική.

Ἀπλώνεται τώρα πάνω στόν κόσμο μιά ἐποχή ἀνελέητη. Ἐμεῖς τή σφυρηλατήσαμε καί εἲμαστε τά πρῶτα θύματά της. Τί σημασία ἒχει ἂν ἡ Ἀγγλία εἶναι τό σφυρί κι ἐμεῖς τό ἀμόνι; Σημασία ἒχει νά βασιλέψει ἡ βία, ὂχι οἱ δουλικές χριστιανικές λιγοψυχίες. Ἐάν ἡ νίκη καί ἡ ἀδικία καί ἡ εὐσπλαχνία δέν εἶναι γιά τή Γερμανία, τότε ἂς εἶναι γιά τά ἂλλα ἒθνη. Νά ὑπάρχει οὐρανός, ἀκόμα κι ἂν ἡ θέση μας εἶναι στήν Κόλαση.

Κοιτάζω τό πρόσωπό μου στόν καθρέφτη γιά νά ξέρω ποιός εἶμαι, γιά νά ξέρω πῶς θά συμπεριφερθῶ μέσα σέ λίγες ὧρες, ὃταν θ’ ἀντικρύσω τό τέλος. Τό σαρκίο μου μπορεῖ νά τρέμει, ὃμως ἐγώ, ὂχι!

 Χόρχε Λουίς Μπόρχες, ἀπό τή συλλογή Τό Ἂλεφ, μτφρ. Γ.Δ. Χουρμουζιάδης.
ΚΡΕΜ ΜΠΟΡΝΤΟΥΡΑ

Advertisements

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google+. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...