* ΠΕΡΙ ΕΤΕΡΟΤΗΤΑΣ – 4: ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΓΡΑΙΚΥΛΟΥΣ ΤΗΣ “ΓΛΩΣΣΙΚΗΣ ΚΑΘΑΡΟΤΗΤΑΣ” ΚΑΙ ΤΗΣ “ΕΛΛΗΝΙΚΟΤΗΤΑΣ”.

ΚΡΕΜ ΜΠΟΡΝΤΟΥΡΑ

(…) Λέμε πώς εἲμαστε Ἓλληνες – καί πώς τό Βυζάντιο εἶναι μιά φάση τῆς ἑλληνικῆς ἱστορίας. Ἂν εἶναι ἒτσι, τότε καί ἡ γλῶσσα του εἶναι μιά φάση τῆς ἑλληνικῆς γλῶσσας – ἢ ὂχι; Γιατί, λοιπόν, δέν λέμε ἀσηκρῆτις, φίσκος κ.λ.π.; Γιατί πρέπει νά ἐξοβελισθοῦν ἀπ’ τήν ἑλληνική γλῶσσα οἱ χιλιάδες λατινικές λέξεις πού πολιτογραφήθηκαν στά βυζαντινά ἑλληνικά; Καί γιατί ὂχι ὃλες; Λίγη συνέπεια Αὒγουστε, ἐτοῦτο τόν Ὀκτώβριο μῆνα. Τό σπίτι τῆς λογικῆς σας μοῦ φαίνεται μᾶλλον μπορντέλο. Καί ὃταν θά πᾶτε στόν Παράδεισο, ζητῆστε ἀπ’ τόν Παντοδύναμο νά καταργήσει τήν περσική αὐτή λέξη.
  Δέν εἶναι ἀνάγκη νά πολλαπλασιάσει κανείς τά παραδείγματα. Οἱ λατινικές, φράγκικες, ἱταλικές, ἀραβικές, τουρκικές λέξεις στά σύγχρονα ἑλληνικά εἶναι χιλιάδες – καί χωρίς αὐτές δέν θά μπορούσαμε νά μιλᾶμε. Αὐτή ἡ εἰσαγωγή ξένων ριζῶν ἒχει ἀρχίσει ἀπό πανάρχαιους χρόνους, δέν σταμάτησε ποτέ, συνεχίζεται σήμερα. Γιά τούς πουριστές (σ. σ. τούς καθαρολόγους) ἐπιτρέπεται σέ ὃλους τούς ἂλλους τομεῖς ἀλλά ὂχι στή γλῶσσα τῆς ἀφηρημένης σκέψης. Γιατί; Παράδεισος, μπορντέλο, χερουβίμ, πουτάνα, μπάσταρδος, σεραφείμ, μοῦλος, τσιφτετέλι κ.λ.π. εἶναι νόμιμες ἑλληνικές λέξεις. Ἀλλά ρασιοναλισμόςφορμαλισμός, π.χ. εἶναι ὓποπτες. Φόρμα, φιγούρα, μοντέλο, ἐπιτρέπονται στήν “καθημερινή” τους χρησιμοποίηση· ἀλλά ὂχι γιά τήν ἒκφραση ἀφηρημένων ἒννοιῶν. Ποῦ εἶναι ἡ λογική;
     Πότε μιά λέξη εἶναι ἑλληνική; Ὃταν τή χρησιμοποιεῖ ὁ ἑλληνικός λαός. Μά ὁ λαός δέν κάνει ἂμεσα φιλοσοφία καί οὒτε ἒμμεσα πυρηνική φυσική ἢ μοριακή βιολογία. Ἒλεγε ὁ ἀρχαῖος ἑλληνικός λαός ἐντελέχειαμετακόσμια; Λέει ὁ ἑλληνικός λαός σήμερα πρωτόνιο, ἠλεκτρόνιο, θερμοδυναμική, χρωματόσωμα κ.λ.π.; – Ὂχι, ἀλλά οἱ λέξεις αὐτές εἶναι “ἑλληνικές”. – Λάθος: οἱ λέξεις αὐτές εἶναι φράγκικες. Δέν τίς ἒφτιαξε ὁ ἑλληνικός λαός, οὒτε Ἓλληνες ἐπιστήμονες. Τίς ἒφτιαξαν Φράγκοι χρησιμοποιώντας ἑλληνικές ρίζες – καί τίς ξαναδανειζόμαστε σήμερα ἐμεῖς, δηλαδή οἱ εἰδικοί. Ὀργανισμός δέν εἶναι “ἑλληνική” λέξη· τήν ἒφτιαξαν Φράγκοι στόν 18ο αἰώνα καί τήν ξαναπῆραν οἱ δικοί μας λόγιοι. Συμπέρασμα: ἒχουμε τό δικαίωμα νά δανειζόμαστε ἀπ’ τούς ξένους ξένες λέξεις, μέ τόν ὃρο νά τίς ἒχουν φτιάξει ἀπό ἑλληνικές ρίζες. Εἰδ’ ἂλλως ὂχι. Ἀποτέλεσμα; Θά μᾶς λείπουν πάντα ὃροι. Γιατί, βέβαια, οἱ Γερμανοί, π.χ., πού ἒχουν ἢδη Gestalt, Form, Figur κ.λ.π. δέν θά προσφύγουν στό ἑλληνικό μορφή, παρά ἂν πρόκειται νά τοῦ δώσουν διαφορετική σημασία ἢ ἀπόχρωση ἀπ’ αὐτές τίς λέξεις.
   Ἡ λέξη μπάνιο εἶναι καθιερωμένη στά σύγχρονα ἑλληνικά. Εἶναι “ἑλληνική”; Ὂχι, τήν πήραμε ἀπ’ τούς Φράγκους. Καί οἱ Φράγκοι; Οἱ Λατίνοι ἒλεγαν balneum. Τὀ balneum προέρχεται ἀπό τό ἑλληνικό βαλανεῖον. Θά μπορούσαμε, λοιπόν, νά ποῦμε ὃτι ἡ λέξη εἶναι “ἑλληνική” – ἀλλά αὐτό θά ἦταν λάθος. Ἡ λέξη εἶναι φράγκικη· δέν μεταμορφώθηκε, μέσα στήν ἐξέλιξη τῆς ἑλληνικῆς γλῶσσας, τό βαλανεῖον σέ μπάνιο. Τό βαλανεῖον ἐξαφανίσητκε – καί πολύ ἀργότερα δανειστήκαμε τό μπάνιο.
   Τό νά ἀρνηθεῖ κανείς τίς λατινικές, φράγκικες, τούρκικες κ.λ.π. λέξεις καί ρίζες πού ἀφθονοῦν στά σύγχρονα ἑλληνικά, ἰσοδυναμεῖ, στό ὂνομα ἑνός ἠλίθιου ἐθνικισμοῦ, μέ τό νά ἀπαρνηθεῖ εἲκοσι αἰῶνες ἱστορίας τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ. Αὐτό μποροῦν νά τό ἐπιδιώκουν μόνο ἂνθρωποι πού δέν καταλαβαίνουν τί θά πεῖ ἱστορία – καί ἰδιαίτερα, πού ποτέ τους δέν κατάλαβαν αὐτή τήν ἀδιάκοπη αἱματηρή συνουσία πού εἶναι, ἀπό χιλιάδες χρόνια, ἡ ἱστορία τοῦ μεσογειακοῦ χώρου μ’ ὃλους αὐτούς τούς λαούς πού δάνεισαν καί δανείστηκαν, ἒδωσαν καί πῆραν, ἒσφαξαν καί σφάχτηκαν, βίασαν καί βιάστηκαν, ἀλλά καί ἀλληλοφιλοξενήθηκαν, χορέψανε καί γλέντησαν και φάγανε μαζί. Ἡ ἑλληνική ἱστορία εἶναι καί τό στάρι ἀπ’ τή Σκυθία καί τά ἑλληνικά ἀγγεῖα στήν Ἂπω Ἀνατολή, καί ὁ Πλάτωνας στήν Αἲγυπτο καί ὁ Ἀλέξανδρος στή Σαμαρκάνδη, καί ὁ Μόμιος στήν Κόρινθο καί ὁ Μουχαμέτης στήν Πόλη, καί οἱ τυφλωμένοι Βούλγαροι καί ἡ σφαγή τῆς Σμύρνης. Αὐτή τήν ἱστορία τήν ἀπαρνοῦνται, στό γλωσσικό πεδίο, οἱ πουρίστες. Τό ἀστεῖο εἶναι ὃτι αὐτό γίνεται στό ὂνομα τῆς “ἑλληνικότητας”. Ἀστεῖο διπλό. Γιατί ἡ “ἑλληνικότητα” τοῦ Αἰσχύλου βρίσκεται καί στό γεγονός ὃτι μέσα στούς Πέρσες δέν ὑπάρχει οὒτε μιά λέξη μίσους ἢ περιφρόνησης ἢ ὑποτίμησης ἀπέναντι σ’ αὐτόν τό λαό, μέ τόν ὁποῖο ὁ ποιητής δέν ἒχει τίποτα νά μοιράσει καί πού τόν παριστάνει σάν θῦμα τῆς τρέλλας, τῆς ὓβρης τοῦ δεσπότη Ξέρξη. Κι ὃταν ἡ Ἂτοσσα ρωτάει νά μάθει ποιοί εἶναι τέλος πάντων αὐτοί οἱ Ἓλληνες, ὁ ποιητής, μέ τή βαθύτητα τῆς σοφίας του, κάνει νά διατυπώνει τήν ἐρώτησή της μέσα στό σύνολο ἀναφορᾶς τοῦ ἀσιατικοῦ δεσποτισμοῦ: Ποιοί εἶναι οἱ Ἓλληνες = Σέ ποιόν δεσπότη ἀνήκουν· καί δέν δίνει τήν ἀπάντηση περιγράφοντας τούς ἰδιαίτερους θεούς τῶν Ἑλλήνων, τά ἒθιμά τους ἢ κάν τόν τόπο  τους, ἀλλά τούς ὁρίζει μέ τοῦτο καί μόνον μέ τοῦτο: οἱ Ἓλληνες εἶναι αὐτοί πού

    Οὒτινος δοῦλοι κέκληνται φωτός
    οὒδ’ ὑπήκοοι.

Ἡ “ἑλληνικότητα” τοῦ Ἠροδότου βρίσκεται στή σ υ μ π ά θ ε ι α, στό σ ε β α σ μ ό, στό θ α υ μ α σ μ ό πού δείχνει γιά τούς ξένους λαούς πού περιγράφει, στήν ἀ ν τ ι κ ε ι μ ε ν ι κ ό τ η τ ά του ἀπέναντι στά πιό “ἐξωφρενικά”, “τερατώδη”, “ἰδιόρρυθμα” ἒθιμά τους
. Δέν φοβᾶται ὁ Ἠρόδοτος νά πεῖ κατηγορηματικά ὃτι “ὃλα τἀ ὀνόματα τῶν θεῶν τά πήραμε ἀπ’ τούς βαρβάρους”, ἐννοώντας, ὃπως φαίνεται ἀμέσως ἀπ’ τή συνέχεια τοῦ κειμένου: ὃλα τά ὀνόματα τῶν θεῶν καί τούς θεούς τούς ἲδιους τούς πήραμε ἀπ’ τούς βαρβάρους (τό ἂν κάνει λάθος ἀπό φιλολογική καί ἱστορική ἂποψη, εἶναι ἂλλο θέμα). Γιατί δέν φοβᾶται; Γιατί δέν ἒχει καμιά ἀμφιβολία γιά τήν “ταυτότητά” του τήν ἑλληνική. Θά χρειαστεῖ νά περάσουν ἑφτά αἰῶνες, γιά νά βρεθεῖ ἓνας ὑπήκοος τῆς Ρώμης πού ἡ “ἑλληνική” ταυτότητά του εἶναι κυρίως γραμματολογική –ὁ Πλούταρχος– νά τόν κατηγορήσει ὡς “φιλοβάρβαρο”. Ἒτσι καί τώρα, στό μέτρο πού οἱ σημερινοί γραικύλοι ἀμφιβάλλουν βαθιά –καί δίκαια– γιά τήν “ἑλληνική” τους ταυτότητα, φοβοῦνται νά ζητήσουν στό καφενεῖο ἓναν τούρκικο καφέ.(…)

Κορνήλιος Καστοράδης
Ἀπόσπασμα ἀπό τό “Σημείωμα γιά τό γλωσσάρι τῆς μετάφρασης, στή Φαντασιακή Θέσμιση τῆς Κοινωνίας, Μτφρ. Σωτήρης Χαλικιᾶς, Γιούλη Σπαντιδάκη, Κώστας Σπαντιδάκης, ἐκδόσεις Ράππα, Ἀθήνα, 1981. Τό “Σημείωμα γιά τό γλωσσάρι τῆς μετάφρασης” εἶναι γραμμένο ἀπό τόν Καστοριάδη κατ’ εὐθείαν στά Ἐλληνικά, ἀποκλειστικά γιά τήν ἑλληνική ἒκδοση. Οἱ χρωμοεμφάσεις εἶναι δικές μου.

ΚΡΕΜ ΜΠΟΡΝΤΟΥΡΑ

Advertisements

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google+. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...